Pages

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Κώδικας Δημοσίων Υπαλλήλων - άρθρα 136 - 169 (Ν.3528/2007)



ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Άρθρο 136
Προσδιορισμός δικασίμου . Παράσταση διωκομένου

1. Μετά την υποβολή της απολογίας ή την παρέλευση
της προθεσμίας υποβολής της ο πρόεδρος του υπη.
ρεσιακού συμβουλίου προσδιορίζει με πράξη του την
ημέρα κατά την οποία θα συζητηθεί η υπόθεση. Η ημέρα,
η ώρα και ο τόπος της συνεδρίασης ανακοινώνονται
εγγράφως στο διωκόμενο πριν από τέσσερις (4) του.
λάχιστον ημέρες.

2. Ο διωκόμενος υπάλληλος έχει δικαίωμα να παρα.
στεί είτε αυτοπροσώπως είτε δια ή μετά πληρεξουσίου
δικηγόρου ενώπιον των υπηρεσιακών συμβουλίων και
των διοικητικών συμβουλίων των Ν.Π.Δ.Δ.. Η μη προσέ.
λευση του διωκομένου δεν εμποδίζει την πρόοδο της
διαδικασίας.
3. Αν το υπηρεσιακό συμβούλιο κρίνει ανεπαρκή τα
αποδεικτικά στοιχεία, αναβάλλει την κρίση της υπόθε.
σης και διατάσσει συμπληρωματική ανάκριση.
4. Η υπηρεσία του διωκομένου υποχρεούται να του
χορηγεί ανάλογη άδεια για να προσέλθει ενώπιον συλ.
λογικού πειθαρχικού οργάνου κατά την κρίση της υπό.
θεσης του.
Άρθρο 137
Κωλύματα και εξαίρεση μελών
υπηρεσιακού συμβουλίου


1. Μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου, που δεν δικαι.
ούνται να διεξάγουν ανάκριση σύμφωνα με τη διάταξη
της παρ. 3 του άρθρου 127 του παρόντος ή έχουν διε.
νεργήσει πειθαρχική ανάκριση στην κρινόμενη υπόθεση,
κωλύονται να μετάσχουν στη σύνθεση του κατά την
κρίση της υπόθεσης αυτής.
2. Ο διωκόμενος μπορεί με έγγραφη αίτηση του να ζη.
τήσει την εξαίρεση μελών του υπηρεσιακού συμβουλίου
με την προϋπόθεση ότι με τα υπόλοιπα μέλη υπάρχει
απαρτία. Η αίτηση αυτή που υποβάλλεται δύο (2) του.
λάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης,
πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο
τους λόγους της εξαίρεσης και να συνοδεύεται από
τα στοιχεία με τα οποία αυτοί αποδεικνύονται. Για την
αίτηση εξαίρεσης το υπηρεσιακό συμβούλιο αποφασίζει
αιτιολογημένα με συμμετοχή των νόμιμων αναπληρωτών
των μελών των οποίων ζητείται η εξαίρεση. Τα μέλη που
εξαιρούνται αντικαθίστανται από τα αναπληρωματικά
τους. Αν εξαιρεθεί το τακτικό και το αναπληρωματικό
του μέλος, το συμβούλιο συνεδριάζει με τα υπόλοιπα
μέλη του εφόσον έχει απαρτία. Η εξαίρεση αναπλη.
ρωματικού μέλους μπορεί να ζητηθεί και την ημέρα
της συνεδρίασης. Στην περίπτωση αυτή το συμβούλιο
αποφασίζει αμέσως επί της αιτήσεως εξαιρέσεως με
τα υπόλοιπα μέλη του.
3. Στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 114 του
παρόντος αποκλείεται να μετάσχει στο υπηρεσιακό
συμβούλιο ο ανακριτής ή αυτός που συμμετείχε στο
υπηρεσιακό συμβούλιο κατά την πρώτη κρίση.
Δεν μπορούν να εξαιρεθούν μέλη τακτικά ή αναπλη.
ρωματικά περισσότερα από τα απαιτούμενα για να έχει
το υπηρεσιακό συμβούλιο απαρτία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ


Άρθρο 138
Κοινοποιήσεις στον διωκόμενο


Η κλήση σε απολογία και κάθε πρόσκληση ή ειδοποίη.
ση του διωκομένου επιδίδονται με δημόσιο όργανο στον
ίδιο προσωπικά ή στην κατοικία του σε πρόσωπο με το
οποίο συνοικεί. Εάν δεν καταστεί δυνατή η επίδοση, το
έγγραφο της κλήσης σε απολογία τοιχοκολλάται στο



κατάστημα της υπηρεσίας του υπαλλήλου και συντάσ.
σεται πρωτόκολλο που υπογράφεται από έναν μάρτυ.
ρα. Για την επίδοση αυτή συντάσσεται αποδεικτικό. Σε
περίπτωση άρνησης παραλαβής, αυτός που διενεργεί
την επίδοση συντάσσει πράξη στην οποία βεβαιώνεται
η άρνηση. Αν ο υπάλληλος είναι άγνωστης διαμονής,
το έγγραφο της κλήσης σε απολογία τοιχοκολλάται
στο κατάστημα της υπηρεσίας του και συντάσσεται
σχετικό αποδεικτικό.




Άρθρο 139
Εκτίμηση αποδείξεων


1. Το πειθαρχικό όργανο εκτιμά ελευθέρως τις απο.
δείξεις. Για να μορφώσει την κρίση του, μπορεί να λάβει
υπόψη του και αποδεικτικά στοιχεία που δεν προκύ.
πτουν από την πειθαρχική διαδικασία αλλά από άλλη
νόμιμη διαδικασία, εφόσον έλαβε γνώση τους ο διω.
κόμενος.
2. Συναφή πειθαρχικά παραπτώματα, τα οποία διαπι.
στώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, μπορούν
να αποτελέσουν αντικείμενο της ίδιας πειθαρχικής κρί.
σης μόνον εφόσον ο διωκόμενος κληθεί σε απολογία
και γι’ αυτά.
3. Η κρίση πρέπει να στηρίζεται σε αποδεδειγμένα
πραγματικά γεγονότα και να είναι ειδικώς αιτιολογη.
μένη.
Άρθρο 140
Πειθαρχική απόφαση

1. Η πειθαρχική απόφαση διατυπώνεται εγγράφως.
2. Στην απόφαση μνημονεύονται: α) ο τόπος και ο
χρόνος έκδοσης της, β) το ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα
και ο βαθμός του μονομελούς πειθαρχικού οργάνου ή
των μελών του συλλογικού πειθαρχικού οργάνου, γ) το
ονοματεπώνυμο, η ιδιότητα και ο βαθμός του κρινόμε.
νου, δ) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που
συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση
του πειθαρχικού παραπτώματος, προσδιορισμένα κατά
τόπο και χρόνο, ε) η υποβολή ή όχι απολογίας, στ) η
αιτιολογία της απόφασης, ζ) η γνώμη των μελών του
συλλογικού οργάνου που μειοψήφησαν και η) η απαλ.
λαγή του κρινόμενου ή η ποινή που του επιβάλλεται.
Η παράλειψη των στοιχείων που αναφέρονται στα
εδάφια α΄, β΄ και γ΄, εκτός του ονοματεπώνυμου, δεν
συνεπάγεται ακυρότητα της απόφασης, εφόσον αυτά
προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης.

3. Η πειθαρχική απόφαση υπογράφεται από το όργανο
που την εκδίδει. Όταν αυτή εκδίδεται από συλλογικό
όργανο, υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμ.
ματέα.
4. Η πειθαρχική απόφαση κοινοποιείται σε αντίγραφο
με τη φροντίδα της υπηρεσίας στον υπάλληλο και γνω.
στοποιείται στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν
ένσταση. Η κοινοποίηση της απόφασης στον υπάλληλο
ενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 138
του παρόντος. Στον υπάλληλο γνωστοποιούνται επίσης
τα ένδικα μέσα που δικαιούται να ασκήσει.
5. Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται. Ανάκληση
της πειθαρχικής απόφασης επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση
σε περίπτωση πρόδηλης παρανομίας. Ανάκληση πει.
θαρχικής απόφασης μονομελούς οργάνου γίνεται ύστε.
ρα από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου.
Πειθαρχική απόφαση που υπόκειται σε ένσταση δεν
ανακαλείται. Η αίτηση για ανάκληση της πειθαρχικής
απόφασης υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθε.
σμία εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της στον
υπάλληλο.

Αν η ανάκληση δεν γίνει εντός τριμήνου, λογίζεται ότι
το αίτημα της ανάκλησης έχει απορριφθεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΕΝΣΤΑΣΗ . ΠΡΟΣΦΥΓΗ . ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ


Άρθρο 141
Ένσταση


1. Οι αποφάσεις των πειθαρχικώς προϊσταμένων, εκτός
αυτών που ορίζονται στο άρθρο 142 παρ. 2 περ. α΄, κα.
θώς και των συλλογικών οργάνων του άρθρου 119 του
παρόντος, υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του αρμόδιου
υπηρεσιακού συμβουλίου.
2. Οι αποφάσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων που
κρίνουν σε πρώτο βαθμό υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον
του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, από τον
υπάλληλο που τιμωρήθηκε, στις περιπτώσεις επιβολής
της πειθαρχικής ποινής του προστίμου αποδοχών δύο
(2) μηνών και άνω, της στέρησης του δικαιώματος για
προαγωγή, του υποβιβασμού, της προσωρινής και ορι.
στικής παύσης. Όλες οι αποφάσεις των υπηρεσιακών
συμβουλίων που κρίνουν σε πρώτο βαθμό υπόκεινται
σε ένσταση ενώπιον του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού
συμβουλίου, υπέρ της διοίκησης, κατά τα οριζόμενα στο
εδάφιο β΄ της επόμενης παραγράφου.
Οι μη οριστικές αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα
με την παρ. 2 του άρθρου 114 του παρόντος υπόκεινται
σε ένσταση ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού
Συμβουλίου από τον υπάλληλο ή τη διοίκηση.

3. Ένσταση ενώπιον του υπηρεσιακού ή του Δευτερο.
βάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου δικαιούνται να ασκή.
σουν: α) ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και β) υπέρ της
διοίκησης ή υπέρ του υπαλλήλου κάθε ανώτερος πει.
θαρχικώς προϊστάμενος, οι πρόεδροι των συλλογικών
οργάνων του άρθρου 119 του παρόντος και ο Υπουργός
ή ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας που ασκεί επο.
πτεία στο νομικό πρόσωπο.
4. Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα
(30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης στον
υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που
δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση. Η προθεσμία αυτή
παρατείνεται κατά τριάντα (30) ημέρες για εκείνους
που διαμένουν στο εξωτερικό.
5. Τα υπηρεσιακά συμβούλια και το Δευτεροβάθμιο
Πειθαρχικό Συμβούλιο, όταν κρίνουν μετά από ένσταση
του υπαλλήλου ή υπέρ του, δεν μπορούν να χειροτε.
ρεύουν τη θέση του. Όταν κρίνουν ένσταση υπέρ της
διοίκησης, δεν μπορούν να επιβάλουν ελαφρότερη ποινή
από αυτήν που επιβλήθηκε. Όταν ασκούνται ενστάσεις
τόσο από τον υπάλληλο όσο και υπέρ της διοίκησης,
το οικείο συμβούλιο τις κρίνει από κοινού και δεν δε.
σμεύεται ως προς την ποινή που θα επιβάλει.
6. Η προθεσμία για την άσκηση ένστασης και η άσκησή
της αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής από.
φασης με εξαίρεση τις πειθαρχικές ποινές στέρησης
του δικαιώματος για προαγωγή και της προσωρινής και
οριστικής παύσης.
Ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν την υπηρεσιακή κα.
τάσταση των υπαλλήλων κατά το χρόνο της αναστολής
διατηρούνται σε ισχύ.

7. Η ένσταση κατά των αποφάσεων των πειθαρχικώς
προϊσταμένων κατατίθεται στο αρμόδιο υπηρεσιακό


συμβούλιο. Η ένσταση κατά αποφάσεων του υπηρε.
σιακού συμβουλίου που έκρινε σε πρώτο βαθμό κατα.
τίθεται σε αυτό, το οποίο τη διαβιβάζει αμελλητί στο
Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο με τον πλήρη
φάκελο της απόφασης.

8. Τα υπηρεσιακά συμβούλια και το Δευτεροβάθμιο
Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν μπορούν να χειροτερεύσουν
τη θέση του υπαλλήλου όταν η ένσταση ασκείται από
τον ίδιο ή υπέρ αυτού.
Άρθρο 142
Προσφυγή

1. Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της
Επικρατείας έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά των απο.
φάσεων του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου
που επιβάλλει τις πειθαρχικές ποινές του υποβιβασμού
ή της οριστικής παύσης.
2. Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Εφε.
τείου έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά:
α) των πειθαρχικών αποφάσεων του Υπουργού, του Δι.
οικητή του Αγίου Όρους, του προέδρου ή του επικεφαλής
ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, καθώς και του διοικητή
ή του προέδρου συλλογικού οργάνου, ο οποίος ασκεί τη
διοίκηση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου,

β) των αποφάσεων του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού
συμβουλίου που επιβάλλουν οποιαδήποτε ποινή του
προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός και άνω, της στέ.
ρησης του δικαιώματος για προαγωγή και της προσω.
ρινής παύσης,

γ) των αποφάσεων των συλλογικών οργάνων του άρ.
θρου 119 του παρόντος.

3. Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής ενώπι.
ον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού
Εφετείου διέπονται από τις κείμενες διατάξεις, με την
επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου.
4. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και
η άσκηση της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πει.
θαρχικής απόφασης, με εξαίρεση τις πειθαρχικές απο.
φάσεις που επιβάλλουν την ποινή της προσωρινής ή
οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού. Το Συμβούλιο της
Επικρατείας ή το Διοικητικό Εφετείο δύνανται με από.
φαση τους να αναστείλουν την εκτέλεση της πειθαρχι.
κής απόφασης, εφόσον πιθανολογείται ανεπανόρθωτη
βλάβη του προσφεύγοντα ή ευδοκίμηση της προσφυγής,
εκτός εάν λόγοι δημοσίου συμφέροντος αποκλείουν
τη χορήγηση αναστολής. Στην περίπτωση χορήγησης
αναστολής, η εκδίκαση της προσφυγής γίνεται μέσα σε
προθεσμία οκτώ (8) μηνών από τη χορήγηση της, άλλως
η χορηγηθείσα αναστολή εκτέλεσης της πειθαρχικής
απόφασης παύει να ισχύει.
5. Στην περίπτωση κατά την οποία έχει ασκηθεί προ.
σφυγή κατά αποφάσεως η οποία επιβάλλει την ποινή της
προσωρινής ή οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού, η εκ.
δίκαση της προσφυγής γίνεται μέσα σε προθεσμία έξι (6)
μηνών από την άσκηση της, άλλως η πειθαρχική απόφαση
εκτελείται από την οικεία υπηρεσία ή το Ν.Π.Δ.Δ., κατά τα
οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 144 του παρόντος.
6. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το Διοικητικό Εφε.
τείο, όταν κρίνουν μετά από προσφυγή, δεν δύνανται
να χειροτερεύουν τη θέση του υπαλλήλου.
Άρθρο 143
Επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας


1. Την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, σύμ.
φωνα με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 114 του
παρόντος, μπορούν να ζητήσουν τα όργανα των παρα.
γράφων 1 και 2 του άρθρου 123 του παρόντος, όταν έχει
εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση και ο υπάλ.
ληλος, όταν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική απόφαση
εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους από τη
δημοσίευση της.

2. Η αίτηση για την επανάληψη της πειθαρχικής δι.
αδικασίας απευθύνεται στο οικείο υπηρεσιακό ή στο
Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο κατά περίπτωση,
στο οποίο υπαγόταν ο υπάλληλος κατά το χρόνο τέλε.
σης του παραπτώματος.
3. Αν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση,
κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, μπο.
ρεί να επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανώτερη από αυτήν
που είχε επιβληθεί. Αν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική
απόφαση, μπορεί να επιβληθεί ελαφρότερη ποινή ή να
απαλλαγεί ο υπάλληλος. Όταν ο υπάλληλος είχε τιμω.
ρηθεί με οριστική ή προσωρινή παύση ή υποβιβασμό, το
υπηρεσιακό συμβούλιο μπορεί κατά την επανάληψη της
πειθαρχικής διαδικασίας να αποφασίσει και τη βαθμο.
λογική ή μισθολογική του αποκατάσταση. Αν δεν υπάρ.
χει κενή θέση, ο υπάλληλος παραμένει υπεράριθμος και
καταλαμβάνει την πρώτη θέση που θα κενωθεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΠΟΙΝΩΝ . ΔΑΠΑΝΕΣ


Άρθρο 144
Εκτέλεση απόφασης


1. Η τελεσίδικη απόφαση εκτελείται υποχρεωτικώς.
Η εκτέλεση γίνεται από την οικεία υπηρεσία ή νομικό
πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Παράλειψη εκτέλεσης της
ποινής αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.
2. Σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής κατά απόφα.
σης που επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης, η
λύση της υπαλληλικής σχέσης επέρχεται αυτοδικαίως
από τη δημοσίευση της απόφασης του Συμβουλίου της
Επικρατείας.
3. Κατά το χρόνο της προσωρινής παύσης ο υπάλ.
ληλος απέχει από κάθε υπηρεσία. Ο χρόνος της προ.
σωρινής παύσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής
υπηρεσίας.
4. Όποιος τιμωρείται με υποβιβασμό δεν κρίνεται για
προαγωγή, πριν περάσει από την επιβολή της ποινής
χρονικό διάστημα ίσο με το μισό του χρόνου που απαι.
τείται για προαγωγή.
5. Η επιβολή της ποινής της στέρησης του δικαιώμα.
τος για προαγωγή περιλαμβάνει και το δικαίωμα επι.
λογής σε βαθμίδες καθηκόντων.
6. Η πειθαρχική απόφαση, η οποία επιβάλλει πρό.
στιμο, εκτελείται από τον προϊστάμενο της υπηρεσί.
ας που εντέλλεται την πληρωμή των αποδοχών του
υπαλλήλου. Αν λυθεί η υπαλληλική σχέση, το πρόστιμο
εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα
για την είσπραξη δημοσίων εσόδων. Για την καταβολή
βαρύνεται αποκλειστικά ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε
και όχι οι κληρονόμοι του.
Το πρόστιμο υπολογίζεται στις αποδοχές που λαμ.
βάνει ο υπάλληλος κατά το χρόνο έκδοσης της πρωτο.
βάθμιας πειθαρχικής απόφασης. Όταν αυτό ορίζεται έως
στο ένα πέμπτο (1/5) των αποδοχών του, παρακρατείται
εφάπαξ από τις αποδοχές του πρώτου μήνα μετά την
τελεσιδικία της απόφασης. Όταν είναι μεγαλύτερο, πα.
ρακρατείται τμηματικώς κατά μήνα.



Η μηνιαία παρακράτηση καθορίζεται με την πειθαρχι.
κή απόφαση και δεν επιτρέπεται να είναι ανώτερη από
το ένα πέμπτο (1/5) των αποδοχών του υπαλλήλου.

Άρθρο 145
Διαγραφή πειθαρχικών ποινών


1. Διαγράφονται αυτοδικαίως η ποινή της επίπληξης
μετά τρία (3) έτη, του προστίμου μετά πέντε (5) έτη και
οι λοιπές ποινές, εκτός από την ποινή της οριστικής
παύσης, μετά δέκα (10) έτη, εφόσον κατά το αντίστοιχο
χρονικό διάστημα ο υπάλληλος δεν τιμωρήθηκε με άλλη
ποινή. Ο χρόνος της διαγραφής υπολογίζεται από την
εκτέλεση της πειθαρχικής ποινής.
2. Ο πειθαρχικός φάκελος ποινής που διαγράφεται,
αφαιρείται από το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου,
τίθεται στο αρχείο της υπηρεσίας και δεν επιτρέπεται
εφεξής να αποτελεί στοιχείο κρίσης του.
Άρθρο 146
Δαπάνες πειθαρχικής διαδικασίας


1. Η πειθαρχική διαδικασία διεξάγεται ατελώς.
2. Όταν διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη, οι αμοιβές
των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται από το πειθαρ.
χικό όργανο και καταβάλλονται από το Δημόσιο ή το
οικείο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄
ΛΥΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΛΥΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ


Άρθρο 147
Λόγοι λύσης


Η υπαλληλική σχέση λύεται με το θάνατο, την απο.
δοχή της παραίτησης, την έκπτωση και την απόλυση
του υπαλλήλου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ

Άρθρο 148
Παραίτηση

1. Η παραίτηση αποτελεί δικαίωμα του υπαλλήλου και
υποβάλλεται εγγράφως. Αίρεση, όρος ή προθεσμία στην
αίτηση παραίτησης θεωρούνται ότι δεν έχουν γραφεί.
2. Η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί αν
κατά την υποβολή της εκκρεμεί ποινική δίωξη για πλημ.
μέλημα από τα αναφερόμενα στην περ. α΄ της παρ. 1
του άρθρου 8 ή για κακούργημα ή πειθαρχική δίωξη
ενώπιον του υπηρεσιακού συμβουλίου για παράπτωμα
που μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης
ή αν η ποινική ή πειθαρχική δίωξη ασκηθεί μέσα σε δύο
(2) μήνες από την υποβολή της αίτησης παραίτησης και
πριν την αποδοχή της.
Στην περίπτωση άσκησης πειθαρχικής δίωξης μετά
την υποβολή αίτησης παραίτησης, εφόσον η πειθαρχική
υπόθεση δεν εκδικασθεί σε πρώτο βαθμό εντός έξι (6)
μηνών, ο υπάλληλος δικαιούται να υποβάλει νέα αίτηση
παραίτησης κατά τους όρους του παρόντος άρθρου.

3. Ο υπάλληλος, που έχει τις υποχρεώσεις του άρθρου
58, δεν έχει δικαίωμα να παραιτηθεί πριν λήξει ο χρόνος
που ορίζεται στη διάταξη αυτή.
4. Ο υπάλληλος μέσα σε αποκλειστική προθεσμία
ενός (1) μηνός από την υποβολή της αίτησης παραί.
τησης μπορεί να την ανακαλέσει εγγράφως, εφόσον
αυτή δεν έχει γίνει αποδεκτή σύμφωνα με την επόμενη
παράγραφο.

5. Η αίτηση παραίτησης γίνεται αποδεκτή με πράξη
που εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο και δημοσιεύ.
εται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η υπηρεσία δεν μπορεί να κάνει αποδεκτή την αίτηση
παραίτησης πριν από την πάροδο δεκαπέντε (15) ημερών
από την υποβολή της. Αν μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες
από την πάροδο δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβο.
λή της αίτησης παραίτησης ο υπάλληλος επανέλθει με
δεύτερη αίτηση, εμμένοντας στην παραίτηση του, αυτή
γίνεται αυτοδικαίως αποδεκτή και λύεται η υπαλληλική
σχέση από την ημέρα υποβολής της δεύτερης αίτησης.
Η αίτηση παραίτησης θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή
και λύεται αυτοδικαίως η υπαλληλική σχέση, αν παρέλ.
θει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή
της. Για τη λύση της υπαλληλικής σχέσης εκδίδεται
διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται
στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
6. Διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που ρυθμίζουν
την παραίτηση του υπαλλήλου σε ειδικές περιπτώσεις,
διατηρούνται σε ισχύ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΕΚΠΤΩΣΗ


Άρθρο 149
Αυτοδίκαιη έκπτωση λόγω ποινικής καταδίκης


Ο υπάλληλος εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας,
εφόσον με αμετάκλητη δικαστική απόφαση:

α) καταδικασθεί σε ποινή τουλάχιστον πρόσκαιρης
κάθειρξης ή σε οποιαδήποτε ποινή για πλημμέλημα από
τα αναφερόμενα στην περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 8
του παρόντος ή σε οποιαδήποτε ποινή για λιποταξία,

β) του επιβληθεί στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.

Η έκπτωση επέρχεται από την ημερομηνία δημοσίευσης
της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης. Για την έκ.
πτωση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποί.
ας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 150
Επαναφορά στην υπηρεσία μετά από έκπτωση


1. Υπάλληλος που εξέπεσε, σύμφωνα με τις διατάξεις
του άρθρου 149 του παρόντος, επανέρχεται στην υπη.
ρεσία από την οποία εξέπεσε, μετά από έκδοση προε.
δρικού διατάγματος κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του Συ.
ντάγματος, το οποίο αίρει τις συνέπειες της ποινής.
2. Η επαναφορά γίνεται σε κενή οργανική θέση με
απόφαση του οικείου Υπουργού και προκειμένου για
Ν.Π.Δ.Δ. με απόφαση του μονομελούς οργάνου διοίκη.
σης του και αν αυτό δεν υπάρχει με απόφαση του Δ.Σ.
αυτού. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, επαναφέρεται σε
προσωποπαγή θέση που συνιστάται με την απόφαση
επαναφοράς και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που
θα κενωθεί, οπότε καταργείται αυτοδικαίως η προσω.
ποπαγής θέση.
Άρθρο 151
Έκπτωση λόγω απώλειας ιθαγένειας


Ο υπάλληλος εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας
από την ημερομηνία που απώλεσε την ελληνική ιθαγέ.
νεια ή την ιθαγένεια κράτους . μέλους της Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Για την έκπτωση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη,
περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΑΠΟΛΥΣΗ

Άρθρο 152
Λόγοι απόλυσης

Ο υπάλληλος απολύεται μόνο για τους επόμενους
λόγους:

α) επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύ.
σης, β) σωματική ή πνευματική ανικανότητα,

γ) κατάργηση της θέσης στην οποία υπηρετεί,

δ) συμπλήρωση ορίου ηλικίας και τριακονταπεντα.
ετίας,

ε) ακαταλληλότητα κατά το άρθρο 95 του παρόντος
Κώδικα.

Άρθρο 153
Απόλυση για σωματική ή πνευματική ανικανότητα

1. Ο υπάλληλος απολύεται ύστερα από απόφαση του
υπηρεσιακού συμβουλίου, αν διαπιστωθεί σωματική ή
πνευματική ανικανότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 100,
165 και 167 του παρόντος. Δεν απολύεται ο υπάλληλος
αν η ανικανότητά του επιτρέπει την άσκηση άλλων κα.
θηκόντων.
2. Ο υπάλληλος που απολύεται σύμφωνα με την παρ. 1
του παρόντος άρθρου αναδιορίζεται σύμφωνα με το
άρθρο 21 του παρόντος Κώδικα.
Άρθρο 154
Απόλυση λόγω κατάργησης θέσης


1. Ο υπάλληλος απολύεται, αν καταργηθεί η θέση στην
οποία υπηρετεί.
2. Αν καταργηθούν ορισμένες μόνο θέσεις του ίδι.
ου κλάδου, απολύονται οι υπάλληλοι οι οποίοι συγκε.
ντρώνουν τα λιγότερα ουσιαστικά προσόντα, ύστερα
από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Κατά της
απόφασης αυτής επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο
της Επικρατείας.
3. Τα ανωτέρω ισχύουν και σε περίπτωση κατάργησης
θέσεων μετά από συγχώνευση κλάδων ή υπηρεσιών.
4. Οι κατά τις ανωτέρω διατάξεις προς απόλυση
υπάλληλοι δικαιούνται, με αίτηση τους, να μεταταγούν
σε κενή οργανική θέση άλλης δημόσιας υπηρεσίας ή
Ν.Π.Δ.Δ.. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρό.
ταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης
και Αποκέντρωσης, καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και
η διαδικασία μετάταξης.
5. Ο υπάλληλος δικαιούται να επαναδιοριστεί, αν επα.
νασυσταθεί η ίδια ή όμοια θέση μέσα σε ένα (1) έτος
από την απόλυση του.
Άρθρο 155
Απόλυση λόγω ορίου ηλικίας
και τριακονταπενταετίας


1. Ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρε.
σία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του.
2. Κατ’ εξαίρεση ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως
από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 60ού έτους
της ηλικίας του και τριάντα πέντε (35) ετών πραγματι.
κής και συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας.
Αν ο υπάλληλος, κατά τη συμπλήρωση του 65ου έτους
της ηλικίας του δεν έχει συμπληρώσει τριάντα πέντε

(35) ετών πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία,
παρατείνεται η παραμονή του στην υπηρεσία έως τη
συμπλήρωση της υπηρεσίας αυτής και πάντως όχι πέ.
ραν του 67ου έτους της ηλικίας του.
3. Ως ημέρα γέννησης, για την εφαρμογή των προ.
ηγούμενων παραγράφων, θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου
του έτους γέννησης.
4. Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία θεωρείται κάθε
υπηρεσία που έχει παρασχεθεί στο Δημόσιο, νομικό
πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή Ο.Τ.Α. με σχέση εργασίας
δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή που αναγνωρίζεται ως
πραγματική δημόσια υπηρεσία με βάση ειδικές διατά.
ξεις. Ο χρόνος στράτευσης πριν από την έναρξη της
υπαλληλικής σχέσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής
δημόσιας υπηρεσίας.
Άρθρο 156
Πράξη λύσης της υπαλληλικής σχέσης


1. Η υπαλληλική σχέση λύεται με απόφαση του οικείου
Υπουργού ή του μονομελούς οργάνου διοίκησης του
νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και, αν δεν υπάρ.
χει, του προέδρου του συλλογικού οργάνου διοίκησης
των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, περίληψη
της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερ.
νήσεως.
2. Εκτός από τις περιπτώσεις αυτοδίκαιης λύσης, η
υπαλληλική σχέση λύεται με την κοινοποίηση της από.
φασης στον ενδιαφερόμενο. Αν η απόφαση αυτή δεν
κοινοποιηθεί μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη δημο.
σίευσή της, η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως
από την πάροδο του εικοσαήμερου.
ΜΕΡΟΣ Ζ΄
ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ


Άρθρο 157
Είδη και αρμοδιότητες


1. Τα υπηρεσιακά συμβούλια διακρίνονται ως εξής:
α. Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο, αρμόδιο για την εν
γένει υπηρεσιακή κατάσταση των ανώτατων υπαλλήλων
του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου
δικαίου, με εξαίρεση την Ακαδημία Αθηνών, τα Πανεπι.
στήμια και τα Τ.Ε.Ι.

β. Υπηρεσιακά συμβούλια, αρμόδια για την εν γένει
υπηρεσιακή κατάσταση των λοιπών υπαλλήλων του
Κράτους.

γ. Υπηρεσιακά συμβούλια, αρμόδια για την εν γένει
υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων ορισμένου νο.
μικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ειδικά) ή πλειόνων
νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (κοινά).

δ. Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

2. Κάθε υπηρεσιακό συμβούλιο αποτελεί ιδιαίτερη
αρχή.
3. Τα υπηρεσιακά συμβούλια ασκούν τις αρμοδιότη.
τες που προβλέπει το Σύνταγμα, ο παρών Κώδικας και
ειδικές διατάξεις. Τα υπηρεσιακά συμβούλια των προ.
ηγούμενων περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄ λειτουργούν και ως
πειθαρχικά συμβούλια.
4. Το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο κρίνει σε πρώτο
και τελευταίο βαθμό.
5. Τα υπηρεσιακά συμβούλια των περιπτώσεων β΄ και
γ΄ κρίνουν είτε σε πρώτο και τελευταίο βαθμό είτε σε
δεύτερο βαθμό.
6. Το συμβούλιο της περίπτωσης δ΄ λειτουργεί απο.
κλειστικά ως πειθαρχικό, με την επιφύλαξη του άρθρου
95. Κρίνει σε δεύτερο βαθμό, κατά το νόμο και την
ουσία και κατ’ εξαίρεση σε πρώτο βαθμό όταν αυτό
προβλέπεται.


Άρθρο 158
Σύσταση

1. Συνιστάται Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο που εδρεύ.
ει στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και
Αποκέντρωσης.
2. Σε κάθε δημόσια υπηρεσία ή Ν.Π.Δ.Δ. συνιστάται,
με απόφαση του οικείου Υπουργού, που δημοσιεύεται
στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ένα υπηρεσιακό
συμβούλιο. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η σύσταση πε.
ρισσότερων συμβουλίων όταν αυτό επιβάλλεται από
ειδικότερους υπηρεσιακούς λόγους.
3. Η σύσταση υπηρεσιακού συμβουλίου στις Περιφέ.
ρειες γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της
οικείας Περιφέρειας.
4. Σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που εδρεύουν
στην περιοχή της ίδιας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης,
επιτρέπεται η σύσταση ενός ή περισσότερων κοινών
υπηρεσιακών συμβουλίων, με απόφαση του οργάνου
που ασκεί την εποπτεία στα νομικά πρόσωπα δημοσίου
δικαίου. Με τη συστατική απόφαση, που δημοσιεύεται
στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται και η
έδρα των κοινών υπηρεσιακών συμβουλίων.
5. Σε περίπτωση σύστασης περισσότερων υπηρεσια.
κών συμβουλίων στη ίδια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο
δημοσίου δικαίου, με την πράξη σύστασης τους, καθο.
ρίζεται η αρμοδιότητα καθενός από αυτά.
6. Στην Ακαδημία Αθηνών και σε κάθε Πανεπιστήμιο
και Τ.Ε.Ι. συνιστάται με απόφαση του Προέδρου της
Ακαδημίας Αθηνών ή του Πρύτανη Πανεπιστημίου ή του
Προέδρου Τ.Ε.Ι., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως, ένα (1) υπηρεσιακό συμβούλιο. Το δεύτερο
εδάφιο της παρ. 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται
και εν προκειμένω.
Άρθρο 159
Συγκρότηση

1. Το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο είναι επταμελές
και αποτελείται από:
α. Έναν επίτιμο Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επι.
κρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρί.
ου ή επίτιμο Σύμβουλο της Επικρατείας ή Αρεοπαγίτη
ή Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως Πρόεδρο, με
αναπληρωτή του πρόσωπο που έχει οποιαδήποτε από
τις ανωτέρω ιδιότητες.

β. Έναν καθηγητή δημόσιου δικαίου Πανεπιστημίου της
έδρας του υπηρεσιακού συμβουλίου και έναν καθηγητή
του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, που ορίζονται με
όμοιους αναπληρωτές τους από τον οικείο Πρύτανη,
ύστερα από γνώμη της οικείας σχολής.

γ. Έναν δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω, ειδικευμένο σε
θέματα δημόσιου δικαίου, που ορίζεται με όμοιο ανα.
πληρωτή του από τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλ.
λόγου Αθηνών.

δ. Δύο Γενικούς Διευθυντές από τους οποίους ένας
του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και
Αποκέντρωσης και ένας του Υπουργείου Οικονομίας
και Οικονομικών, με αναπληρωτές Γενικούς Διευθυντές
των ίδιων Υπουργείων.

ε. Τον Πρόεδρο της Α.Δ.Ε.Δ.Υ, με αναπληρωτή του
μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της, το οποίο ορίζει
η ίδια.

2. Τα υπηρεσιακά συμβούλια του προσωπικού των
δημόσιων υπηρεσιών και των Ν.Π.Δ.Δ., που υπάγονται
στον Υπαλληλικό Κώδικα, είναι πενταμελή και αποτε.
λούνται από:
α.1). Έναν (1) μόνιμο υπάλληλο που λαμβάνεται μεταξύ
πέντε (5) εν ενεργεία προϊσταμένων Διεύθυνσης που
υπάγονται στην αρμοδιότητα του υπηρεσιακού συμ.
βουλίου και έχουν τον περισσότερο χρόνο άσκησης
καθηκόντων προϊσταμένου Διεύθυνσης, που ορίζεται
πρόεδρος του υπηρεσιακού συμβουλίου.

α.2). Δύο (2) μονίμους υπαλλήλους με βαθμό Α΄ και
ενός (1) τουλάχιστον έτους άσκηση καθηκόντων προϊ.
σταμένου τμήματος, από αυτούς που υπάγονται στην
αρμοδιότητα του υπηρεσιακού συμβουλίου και υπηρε.
τούν στην έδρα του ή στο Νομό Αττικής, για τα υπηρε.
σιακά συμβούλια που εδρεύουν στο νομό αυτόν. Αν ο
αριθμός των υπηρετούντων στην έδρα του υπηρεσιακού
συμβουλίου ή στο Νομό Αττικής, κατά τη διάκριση του
προηγούμενου εδαφίου δεν επαρκεί για τη συγκρότηση
του υπηρεσιακού συμβουλίου, ορίζονται υπάλληλοι που
υπηρετούν εκτός της έδρας, του νομού αυτού ή του
Νομού Αττικής αντίστοιχα, που έχουν τις λοιπές προϋ.
ποθέσεις που ορίζονται στο προαναφερόμενο εδάφιο.

β) Δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων
με βαθμό Α΄.

3. Τα υπό στοιχείο α΄ μέλη της προηγούμενης πα.
ραγράφου ορίζονται από τον οικείο Υπουργό ή το δι.
οικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου δημοσίου
δικαίου.
Τα μέλη αυτά τοποθετούνται από το οικείο όργανο
ως προϊστάμενοι διευθύνσεων, όπως αυτές ορίζονται
στις οικείες οργανικές διατάξεις για μία τριετία. Τα υπό
στοιχείο β΄ μέλη της ίδιας παραγράφου εκλέγονται με
άμεση καθολική και μυστική ψηφοφορία. Ο τρόπος, η
διαδικασία και οι λοιπές προϋποθέσεις της εκλογής
καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών,
Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδίδεται
μετά από γνώμη της Α.Δ.Ε.Δ.Υ.. Η γνώμη της Α.Δ.Ε.Δ.Υ.
παρέχεται μέσα σε εύλογη προθεσμία που τάσσεται
από τον Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και
Αποκέντρωσης και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από
δεκαπέντε (15) ημέρες. Μετά την πάροδο της προθε.
σμίας αυτής η απόφαση εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη
της Α.Δ.Ε.Δ.Υ.

4. Τα μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου ορίζονται
ή εκλέγονται αντίστοιχα με ισάριθμους αναπληρω.
τές. Αν λυθεί η υπαλληλική σχέση αιρετού μέλους του
συμβουλίου, τακτικό μέλος ορίζεται ο επόμενος στη
σειρά εκλογής για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της
θητείας.
5. Με την απόφαση συγκρότησης του υπηρεσιακού
συμβουλίου ορίζεται ο αναπληρωτής του προέδρου
από τα υπό στοιχείο α(2) της παρ. 2 του άρθρου αυτού
μέλη.
6. Αν ο αριθμός των θέσεων προϊσταμένων Διεύθυν.
σης της οικείας υπηρεσίας, οι οποίες υπάγονται για την
πλήρωση τους στην αρμοδιότητα του ίδιου υπηρεσιακού
συμβουλίου, είναι τέσσερις έως και έξι, ορίζονται από το
αρμόδιο όργανο διοίκησης δύο προϊστάμενοι Διευθύν.
σεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου
αυτού, και αποτελούν αυτοδίκαια τα δύο υπό στοιχείο
α΄ της παρ. 2 του άρθρου αυτού μέλη του υπηρεσιακού
συμβουλίου. Από τα δύο αυτά μέλη ορίζονται ο πρόε.
δρος του υπηρεσιακού συμβουλίου και ο αναπληρωτής
του με αναλογική εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου
αυτού. Ως τρίτο μέλος ορίζεται είτε υπάλληλος άλλου
κλάδου που δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα του ίδιου
υπηρεσιακού συμβουλίου είτε υπάλληλος άλλης δημόσι.
ας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.


Αν ο αριθμός των θέσεων προϊσταμένων Διεύθυνσης
της οικείας υπηρεσίας, οι οποίες υπάγονται για την
πλήρωση τους στην αρμοδιότητα του ίδιου υπηρεσιακού
συμβουλίου, είναι μικρότερος των τεσσάρων, ορίζεται
ένας προϊστάμενος Διεύθυνσης, ο οποίος αποτελεί αυ.
τοδίκαια το ένα υπό στοιχείο α΄ της παρ. 2 του άρθρου
αυτού μέλος και ορίζεται πρόεδρος του υπηρεσιακού
συμβουλίου. Τα άλλα δύο μέλη είναι υπάλληλοι είτε
άλλου κλάδου που δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα του
ίδιου υπηρεσιακού συμβουλίου είτε άλλης δημόσιας
υπηρεσίας ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, από
τα οποία ο ένας ορίζεται ως αναπληρωτής του προ.
έδρου.

7. Αν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν οι υπάλληλοι
της οικείας υπηρεσίας για να οριστούν ως μέλη του
υπηρεσιακού συμβουλίου, επιλέγονται υπάλληλοι από
άλλη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου
δικαίου που έχουν τις υπό στοιχείο α(2) της παρ. 2 του
άρθρου αυτού προϋποθέσεις.
Αν και τα τρία υπό στοιχείο α΄ της παρ. 2 του άρθρου
αυτού μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου προέρχονται
από άλλη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημο.
σίου δικαίου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της προη.
γούμενης παραγράφου.

Αν το ένα ή τα δύο υπό στοιχείο α΄ της παρ. 2 του άρ.
θρου αυτού μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου προέρ.
χονται από άλλη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο
δημοσίου δικαίου, οι διατάξεις της παρ. 6 εφαρμόζονται
για τον ορισμό δύο ή ενός, κατά περίπτωση, προϊσταμέ.
νων Διεύθυνσης οι οποίοι θα αποτελέσουν αυτοδίκαια
μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου.

Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, με την
απόφαση συγκρότησης ορίζονται ο πρόεδρος του υπη.
ρεσιακού συμβουλίου και ο αναπληρωτής του με ανα.
λογική εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 5
και 6.

8. Οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 δεν εφαρμό.
ζονται στα κοινά υπηρεσιακά συμβούλια.
9. Αν τα αιρετά μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου
περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών που κρίνονται για προϊ.
στάμενοι οργανικής μονάδας, κρίνονται πρώτα κατά την
πρώτη συνεδρίαση και δεν μπορούν να συμμετάσχουν
σε αυτή για την κρίση που τους αφορά. Αν τα αναπλη.
ρωματικά μέλη έχουν το ίδιο κώλυμα, το υπηρεσιακό
συμβούλιο συνεδριάζει με τα υπόλοιπα μέλη.
10. Στα περιφερειακά υπηρεσιακά συμβούλια διοικητι.
κού προσωπικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και
Θρησκευμάτων μπορεί να ορίζονται ως πρόεδροι και
μέλη εκπαιδευτικοί λειτουργοί με βαθμό Α΄ από τους
υπηρετούντες στην πόλη της έδρας του υπηρεσιακού
συμβουλίου, εφόσον δεν υπάρχουν μόνιμοι υπάλληλοι
από τους αναφερόμενους στην περ. α΄ της παρ. 2 του
άρθρου αυτού.
11. Δεν υπάγονται στις διατάξεις των προηγούμενων
παραγράφων τα υπηρεσιακά συμβούλια της Εθνικής
Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.ΥΠ.), της Ακαδημίας Αθηνών,
των Πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι., του Νομικού Συμβουλίου
του Κράτους, της Ανώτατης Σχολής Παιδαγωγικής και
Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.) και της Σιβιτα.
νίδειου Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων, για τα οποία
επιτρέπεται προσαρμογή τους προς τις ρυθμίσεις του
παρόντος με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Εσωτε.
ρικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του
οικείου Υπουργού ή βάσει ισχυουσών ιδίων διατάξεων.
12. Οι ειδικές διατάξεις για τη συγκρότηση των υπη.
ρεσιακών συμβουλίων των ανεξάρτητων αρχών δεν
θίγονται.

Άρθρο 160
Ορισμός μελών

1. Τα μέλη του ειδικού υπηρεσιακού συμβουλίου ορίζο.
νται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας
Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
2. Ο πρόεδρος και τα μέλη των λοιπών υπηρεσιακών
συμβουλίων, καθώς και οι αναπληρωτές τους, ορίζο.
νται με απόφαση του οικείου Υπουργού ή του Δ.Σ. του
Ν.Π.Δ.Δ.. Ο ορισμός των μελών των υπηρεσιακών συμ.
βουλίων των φορέων της παρ. 6 του άρθρου 158 του
παρόντος γίνεται με απόφαση του μονομελούς οργάνου
διοίκησης τους.
3. Σε κάθε υπηρεσιακό συμβούλιο των δημοσίων υπηρε.
σιών και των Ν.Π.Δ.Δ. ο αριθμός των οριζόμενων από την
υπηρεσία μελών κάθε φύλου ανέρχεται σε ποσοστό ίσο
τουλάχιστον με το ένα τρίτο (1/3) των οριζομένων, σύμφω.
να με τις κείμενες διατάξεις, εφόσον στην οικεία υπηρεσία
υπηρετεί επαρκής αριθμός υπαλλήλων που συγκεντρώνει
τις νόμιμες προϋποθέσεις για ορισμό και εφόσον τα μέλη
που ορίζονται είναι περισσότερα από ένα (1).
Τυχόν δεκαδικός αριθμός στρογγυλοποιείται στην
επόμενη ακέραιη μονάδα, εφόσον το κλάσμα είναι ίσο
τουλάχιστον με μισό της μονάδας.

Άρθρο 161
Θητεία

1. Τα μέλη κάθε υπηρεσιακού συμβουλίου, με ισάριθ.
μους αναπληρωτές τους, ορίζονται για θητεία δύο (2)
ετών που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου με απόφαση που
εκδίδεται κατά το Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους.
Η θητεία των μελών των υπηρεσιακών συμβουλίων λήγει
την 31η Δεκεμβρίου των ετών των οποίων ο τελευταίος
αριθμός είναι άρτιος.
2. Κατά τη διάρκεια της διετίας απαγορεύεται η αντι.
κατάσταση μελών, εκτός αν συντρέχουν αποδεδειγμένα
σοβαροί υπηρεσιακοί ή προσωπικοί λόγοι.
Άρθρο 162

Λειτουργία

1. Τα αναπληρωματικά μέλη μετέχουν σε περίπτωση
απουσίας ή κωλύματος των τακτικών μελών.
2. Ο αναπληρωτής του προέδρου προεδρεύει σε πε.
ρίπτωση απουσίας ή κωλύματος του προέδρου.
3. Στα υπηρεσιακά συμβούλια των δημοσίων υπηρε.
σιών και των Ν.Π.Δ.Δ. ως εισηγητές και αναπληρωτές
τους ορίζονται οι προϊστάμενοι των υπηρεσιών προσω.
πικού, χωρίς δικαίωμα ψήφου, εκτός αν είναι και μέλη
του υπηρεσιακού συμβουλίου. Ειδικά κατά την εξέτα.
ση πειθαρχικών υποθέσεων, ως εισηγητής με δικαίωμα
ψήφου, ορίζεται, σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ.
1 του άρθρου 133 του παρόντος, ένα από τα μέλη του
υπηρεσιακού συμβουλίου.
4. Στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο ως ει.
σηγητές ορίζονται, με πράξη του προέδρου, μόνο μέλη
του.
5. Εισηγητές στο Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο ορίζο.
νται μέλη του. Εισηγητές χωρίς δικαίωμα ψήφου μπορεί
να ορίζονται από τον πρόεδρο αυτού και συνταξιούχοι
ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί από κατάλογο που κα.
ταρτίζει το ίδιο το Συμβούλιο.


6. Χρέη γραμματέα εκτελεί υπάλληλος που ορίζεται
με τον αναπληρωτή του με την απόφαση ορισμού των
μελών.
7. Το έργο του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου υπο.
στηρίζεται από γραμματεία, της οποίας η οργάνωση,
ο αριθμός του προσωπικού και ο τρόπος λειτουργίας
καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών,
Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
8. Όλα τα υπηρεσιακά συμβούλια βρίσκονται σε απαρ.
τία, όταν είναι παρόντα τρία (3) τουλάχιστον μέλη τους,
εκτός από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο και τα τμή.
ματα του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που
συνεδριάζουν με την παρουσία πέντε (5) τουλάχιστον
μελών. Τα υπηρεσιακά συμβούλια αποφασίζουν ή γνω.
μοδοτούν με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών,
στα οποία συμπεριλαμβάνεται οπωσδήποτε ο πρόε.
δρος ή ο αναπληρωτής του. Σε περίπτωση ισοψηφίας,
υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Εάν σχηματισθούν
περισσότερες από δύο γνώμες, όσοι ακολουθούν την
ασθενέστερη οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από
τις επικρατέστερες.
9. Οι πράξεις των υπηρεσιακών συμβουλίων διατυπώ.
νονται σε πρακτικά που υπογράφονται από τον πρόεδρο
και τον γραμματέα. Ως την υπογραφή των πρακτικών,
μπορεί να χορηγείται στην οικεία υπηρεσία βεβαίωση
για τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί, η οποία υπογρά.
φεται από τον πρόεδρο του υπηρεσιακού συμβουλίου.
Βάσει της βεβαίωσης αυτής μπορεί να γίνονται από τη
διοίκηση οι απαιτούμενες περαιτέρω ενέργειες για την
εκτέλεση των πράξεων των υπηρεσιακών συμβουλίων.
Όμοια βεβαίωση μπορεί να χορηγείται και στους ενδι.
αφερόμενους υπαλλήλους, ύστερα από αίτηση τους.
Στα πρακτικά καταχωρίζεται και η γνώμη των τυχόν
μειοψηφούντων.
10. Η ψηφοφορία των μελών των υπηρεσιακών συμ.
βουλίων γίνεται κατά σειρά αντίστροφη από εκείνη της
απόφασης ορισμού τους.
11. Η λειτουργία των υπηρεσιακών συμβουλίων διέπε.
ται συμπληρωματικά από τις γενικές διατάξεις για τη
λειτουργία των συλλογικών οργάνων διοίκησης.
12. Ο υπάλληλος μπορεί να παρίσταται ενώπιον των
υπηρεσιακών συμβουλίων που κρίνουν πειθαρχική του
υπόθεση αυτοπροσώπως, με συμπαράσταση δικηγόρου
ή μόνο δια δικηγόρου.
13. Η ιδιότητα του εισηγητή του υπηρεσιακού συμβου.
λίου δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του μέλους
του υπηρεσιακού συμβουλίου.
14. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών,
Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομί.
ας και Οικονομικών καθορίζεται, κατά παρέκκλιση των
κειμένων διατάξεων, αποζημίωση των τακτικών μελών
του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, καθώς και των
αναπληρωματικών μελών ανάλογα με τις συνεδριάσεις
στις οποίες μετείχαν.
Άρθρο 163
Συγκρότηση και λειτουργία Δευτεροβάθμιου
Πειθαρχικού Συμβουλίου


1. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο αποτε.
λείται από:
α) Έναν Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του
Κράτους, ως Πρόεδρο, που υποδεικνύεται από τον Πρό.
εδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

β) Τέσσερις Συμβούλους του Νομικού Συμβουλίου του
Κράτους με ισάριθμους αναπληρωτές τους, που υπο.

δεικνύονται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου
του Κράτους.

γ) Δύο Προϊσταμένους Γενικών Διευθύνσεων της Γενι.
κής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής
Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας
Διοίκησης και Αποκέντρωσης με δύο αναπληρωτές τους
Προϊσταμένους Γενικών Διευθύνσεων ή Διευθύνσεων της
ίδιας Υπηρεσίας, οι οποίοι ορίζονται από τον Υπουργό
Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

δ) Τον Προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης που είναι
αρμόδια για θέματα προσωπικού του Υπουργείου στο
οποίο υπάγεται η υπηρεσία ή το οποίο εποπτεύει την
υπηρεσία ή το Ν.Π.Δ.Δ. όπου διαπράχθηκε το πειθαρχικό
παράπτωμα, με αναπληρωτές του άλλους Προϊστάμε.
νους Γενικών Διευθύνσεων ή Διευθύνσεων του ίδιου ως
άνω Υπουργείου, οριζόμενους κατ’ έτος με απόφαση του
οικείου Υπουργού. Προκειμένου για υπαλλήλους Ν.Π.Δ.Δ.
που εποπτεύονται από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέ.
ρειας στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο μετέ.
χει προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου
Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

ε) Δύο εκπροσώπους της Α.Δ.Ε.Δ.Υ με τους αναπληρω.
τές τους, οι οποίοι είναι μόνιμοι υπάλληλοι προϊστάμενοι
Διεύθυνσης και οι οποίοι υποδεικνύονται με απόφαση
της εκτελεστικής επιτροπής της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. Αν η Α.Δ.Ε.Δ.Υ
δεν υποδείξει μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών
από την περιέλευση σε αυτήν εγγράφου ερωτήματος
του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και
Αποκέντρωσης, τα μέλη αυτά μαζί με τους αναπληρω.
τές τους ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσω.
τερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης από
υπηρεσίες και Ν.Π.Δ.Δ., υπάλληλοι των οποίων υπάγο.
νται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.

2. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο λειτουργεί
σε δύο Τμήματα, καθένα των οποίων αποτελείται από:
α) Τον Πρόεδρο του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού
Συμβουλίου αναπληρούμενο από τον αρχαιότερο των
μετεχόντων Συμβούλων του Νομικού Συμβουλίου του
Κράτους.

β) Δύο Συμβούλους του Νομικού Συμβουλίου του Κρά.
τους ή τους αναπληρωτές τους.

γ) Έναν Προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης της Γενικής
Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Δι.
ακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας
Διοίκησης και Αποκέντρωσης ή τον αναπληρωτή του.

δ) Το τακτικό μέλος της περιπτώσεως δ΄ ανωτέρω,
αναπληρούμενο από το αναπληρωματικό του μέλος.

ε) Τους δύο εκπροσώπους της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. ή τους ανα.
πληρωτές τους.

Οι μετέχοντες σε οποιοδήποτε Τμήμα αναπληρωτές
των τακτικών μελών θεωρούνται για τη σύνθεση ως
τακτικά μέλη.

Γραμματέας των δύο Τμημάτων είναι ο προϊστάμε.
νος της Γραμματείας του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχι.
κού Συμβουλίου με δύο αναπληρωτές υπαλλήλους της
Γραμματείας.

Με απόφαση του Προέδρου του Δευτεροβάθμιου Πει.
θαρχικού Συμβουλίου ορίζονται τα μέλη καθενός Τμήμα.
τος με τον Γραμματέα και τους αναπληρωτές του.

3. Τα μέλη του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβου.
λίου μαζί με τους αναπληρωτές τους ορίζονται για θη.
τεία δύο (2) ετών που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου, με από.
φαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης
και Αποκέντρωσης, που εκδίδεται κατά το Δεκέμβριο
του προηγούμενου έτους.



Κατά τη διάρκεια της θητείας τους απαγορεύεται η
αντικατάσταση μελών, εκτός αν συντρέχουν αποδεδειγ.
μένα σοβαροί υπηρεσιακοί ή προσωπικοί λόγοι.

4. Τα τακτικά μέλη των περιπτώσεων α΄ και β΄ της
παρ. 1 είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης
στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Η θητεία
τους σε αυτό θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας
τους στις οργανικές τους θέσεις και στο βαθμό τον
οποίο κατέχουν, για όλες τις συνέπειες. Τα ανωτέρω
μέλη μπορούν να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της
Ολομέλειας, των Τμημάτων και των λοιπών συλλογικών
οργάνων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δη.
μόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και
Οικονομικών καθορίζεται, κατά παρέκκλιση των κειμέ.
νων διατάξεων, αποζημίωση των τακτικών μελών του
Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, καθώς και
των αναπληρωματικών μελών ανάλογα με τις συνεδρι.
άσεις στις οποίες μετείχαν.
6. Για τη διαδικασία ενώπιον του Δευτεροβάθμιου
Πειθαρχικού Συμβουλίου εφαρμόζονται αναλόγως οι
διατάξεις των άρθρων 136, 137, 138, 139 και 140 του
παρόντος Κώδικα.
7. Τα Πρωτοβάθμια Πειθαρχικά Συμβούλια είναι υπο.
χρεωμένα να ενημερώνουν σε τακτά χρονικά διαστή.
ματα το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο για την
πορεία και την έκβαση των πειθαρχικών υποθέσεων,
από την εισαγωγή τους σε αυτά μέχρι την έκδοση της
πειθαρχικής απόφασης.
8. Με απόφαση του Προέδρου του Δευτεροβάθμιου Πει.
θαρχικού Συμβουλίου ασκείται πειθαρχική δίωξη ενώπιον
του συμβουλίου αυτού κατά των μελών των Πρωτοβάθμι.
ων Πειθαρχικών Συμβουλίων που παραβαίνουν τις διατά.
ξεις της παρ. 2 του άρθρου 122 του παρόντος, καθώς και
τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.
9. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας
Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζεται ο ειδικότερος
τρόπος λειτουργίας του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού
Συμβουλίου και κάθε σχετική λεπτομέρεια εφαρμογής
του παρόντος άρθρου.
10. Το έργο του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβου.
λίου υποστηρίζεται από γραμματεία, της οποίας η οργά.
νωση, οι θέσεις προσωπικού και ο τρόπος λειτουργίας
καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών,
Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ


Άρθρο 164
Είδη υγειονομικών επιτροπών


1. Αρμόδιες να αποφαίνονται για θέματα υγείας των
υπαλλήλων είναι οι υγειονομικές επιτροπές που δια.
κρίνονται σε:
α) πρωτοβάθμιες,
β) δευτεροβάθμιες,
γ) προσφυγών,
δ) ειδικές.


2. Αρμόδιες να γνωματεύουν προκειμένου να χορηγη.
θούν αναρρωτικές άδειες σε μόνιμους υπαλλήλους του
Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου,
οι οποίοι κατά τη μονιμοποίηση τους διατήρησαν την
υγειονομική ασφάλιση του Ι.Κ.Α., είναι οι οικείες υγειο.
νομικές επιτροπές του Ι.Κ.Α..
3. Στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που διαθέ.
τουν δική τους υγειονομική οργάνωση, μπορεί, με πράξη
του διοικητικού συμβουλίου η οποία εγκρίνεται από τον
Υπουργό που εποπτεύει το νομικό πρόσωπο, να ανατί.
θεται η άσκηση των έργων των πρωτοβάθμιων ή δευτε.
ροβάθμιων υγειονομικών επιτροπών σε υφιστάμενες σε
αυτά αντίστοιχες υγειονομικές επιτροπές. Η αρμοδιότητα
των επιτροπών αυτών μπορεί, με κοινή απόφαση των
Υπουργών που ασκούν την εποπτεία, να επεκτείνεται
και σε νομικά πρόσωπα, οι υπάλληλοι των οποίων είναι
ασφαλισμένοι για τον κλάδο ασθενείας στο νομικό πρό.
σωπο στο οποίο λειτουργούν οι επιτροπές.

Άρθρο 165
Πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες
υγειονομικές επιτροπές


1. Σε κάθε νομό και νομαρχιακό διαμέρισμα συνιστώ.
νται, με απόφαση του οικείου Γενικού Γραμματέα Περι.
φέρειας, μία ή περισσότερες πρωτοβάθμιες υγειονομι.
κές επιτροπές που αποτελούνται από τρία (3) μέλη και
συγκροτούνται από γιατρούς του Δημοσίου ή νομικών
προσώπων δημοσίου δικαίου ή Ο.Τ.Α. που υπηρετούν
στο νομό ή το νομαρχιακό διαμέρισμα.
Οι πρωτοβάθμιες υγειονομικές επιτροπές είναι αρμό.
διες να γνωματεύουν, ύστερα από ερώτημα της υπηρε.
σίας: α) για τη χορήγηση αναρρωτικών αδειών, β) για
την πιστοποίηση της υγείας των υποψηφίων για διορι.
σμό, γ) για το χαρακτηρισμό νοσημάτων που χρήζουν
νοσηλείας για τη χορήγηση άδειας έως είκοσι δύο (22)
εργάσιμων ημερών το χρόνο, σύμφωνα με τις διατάξεις
του άρθρου 50 παρ. 2 του παρόντος και δ) για κάθε
άλλο θέμα υγείας του υπαλλήλου το οποίο έχει σχέση
με τα υπηρεσιακά του καθήκοντα.

Αν συσταθούν περισσότερες επιτροπές, με την από.
φαση σύστασης τους ορίζονται η έδρα και η χωρική
αρμοδιότητά τους.

2. Στην έδρα κάθε Περιφέρειας συνιστάται με από.
φαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας δευτε.
ροβάθμια υγειονομική επιτροπή, που αποτελείται από
πέντε (5) μέλη και συγκροτείται από γιατρούς του Δη.
μοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή Ο.Τ.Α.
που υπηρετούν στο νομό.
Οι δευτεροβάθμιες υγειονομικές επιτροπές είναι αρ.
μόδιες: α) για την κρίση ενστάσεων κατ’ αποφάσεων
των πρωτοβάθμιων επιτροπών κατά το άρθρο 56 παρ. 5,
β) για την απόλυση από την υπηρεσία λόγω ασθένειας
όταν δεν συντρέχει περίπτωση του άρθρου 153 παρ.
1 εδάφιο δεύτερο του παρόντος και γ) για την κρίση
της αποκατάστασης της υγείας όσων αναδιορίζονται
σύμφωνα με το άρθρο 21 του παρόντος.

Δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή μπορεί να συ.
σταθεί και εκτός της έδρας της Περιφέρειας με από.
φαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, με την
οποία ορίζεται και η χωρική της αρμοδιότητα.

Στις δευτεροβάθμιες επιτροπές δεν μπορεί να μετέχει
μέλος που μετείχε στην πρωτοβάθμια επιτροπή κατά
της οποίας στρέφεται η ένσταση.

3. Ο ορισμός των μελών των πρωτοβάθμιων και δευ.
τεροβάθμιων υγειονομικών επιτροπών γίνεται τον Ια.
νουάριο κάθε δεύτερου έτους με απόφαση του οικείου
Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας. Με την ίδια απόφαση
ορίζεται και ο γραμματέας από τους υπαλλήλους που
υπηρετούν στην έδρα των υγειονομικών επιτροπών και
η αποζημίωση των μελών τους και του γραμματέα.
4. Οι αρνητικές αποφάσεις των υγειονομικών επιτρο.
πών κοινοποιούνται απευθείας στον ενδιαφερόμενο και
στην υπηρεσία του.


5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών,
Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και
Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθορίζεται ο τρόπος λει.
τουργίας των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων υγειο.
νομικών επιτροπών, ο τρόπος εξέτασης των υπαλλήλων
και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
Άρθρο 166
Επιτροπές προσφυγών


1. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής
Αλληλεγγύης συνιστώνται, τον Ιανουάριο κάθε δεύτε.
ρου έτους, στις έδρες των ιατρικών τμημάτων Πανεπι.
στημίων, επιτροπές προσφυγών που αποτελούνται από
τρεις (3) καθηγητές ιατρικών τμημάτων Πανεπιστημίων
οποιασδήποτε βαθμίδας. Με την ίδια απόφαση ορίζεται
η έδρα, η αρμοδιότητα, ο τρόπος λειτουργίας τους και
η ειδικότητα των μελών τους . Η αμοιβή των μελών και
του γραμματέα των επιτροπών καθορίζεται με κοινή
απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλλη.
λεγγύης και Οικονομίας και Οικονομικών.
Ο ορισμός των μελών και του γραμματέα των επι.
τροπών γίνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και
Κοινωνικής Αλληλεγγύης για θητεία δύο (2) ετών.

2. Οι Επιτροπές προσφυγών αποφαίνονται για τις προ.
σφυγές σε όσες περιπτώσεις ρητά προβλέπει ο παρών
Κώδικας.
Άρθρο 167
Ειδικές υγειονομικές επιτροπές


1. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής
Αλληλεγγύης συνιστώνται ειδικές υγειονομικές επιτρο.
πές αποτελούμενες από τρεις (3) καθηγητές ιατρικών
τμημάτων Πανεπιστημίων οποιασδήποτε βαθμίδας. Με
την ίδια απόφαση ορίζεται η συγκρότηση των ειδικών
υγειονομικών επιτροπών κατά ειδικότητα σε σχέση
προς τα είδη των δυσίατων νοσημάτων, η χωρική αρ.
μοδιότητα τους και ο τρόπος λειτουργίας τους, καθώς
και η αμοιβή των μελών τους και του γραμματέα.
2. Οι ειδικές υγειονομικές επιτροπές γνωματεύουν για
τη χορήγηση αναρρωτικών αδειών σε υπαλλήλους που
πάσχουν από δυσίατα νοσήματα και για την απαλλαγή
τους από την υπηρεσία εφόσον δεν μπορούν να εκτε.
λούν τα καθήκοντα τους, λόγω σωματικής ή πνευματικής
ανικανότητας που οφείλεται στα νοσήματα αυτά.
Οι γνωματεύσεις των επιτροπών αυτών υπόκεινται
σε προσφυγή στις επιτροπές του άρθρου 166 του πα.
ρόντος, τόσο από τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο όσο
και από τη Διοίκηση, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30)
ημερών από τη γνωστοποίησή τους.

3. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνι.
κής Αλληλεγγύης, τον Ιανουάριο κάθε δεύτερου έτους,
ορίζονται τα μέλη των επιτροπών αυτών, μετά από
πρόταση των οικείων ιατρικών τμημάτων, καθώς και
ο γραμματέας.
ΜΕΡΟΣ Η΄
ΤΕΛΙΚΕΣ . ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ


Άρθρο 168
Τελικές διατάξεις


1. Οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 22 του ν. 2266/1994
(ΦΕΚ 218 Α΄), όπως ισχύουν, για μετατάξεις υπαλλήλων
σε παραμεθόριες περιοχές εξακολουθούν να ισχύουν
για όσες περιπτώσεις μετατάξεων δεν υπάγονται στο
άρθρο 72 αυτού του Κώδικα.
2. Οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 10 του
ν. 3051/2002 (ΦΕΚ 220 Α΄) εξακολουθούν να ισχύουν για
όσα θέματα δεν ρυθμίζονται με τις διατάξεις του άρ.
θρου 72 του παρόντος, καθώς και για όσους υπαλλήλους
δεν υπάγονται στον παρόντα Κώδικα.
3. Οι ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν θέματα προσω.
πικού των ανεξάρτητων αρχών του ν. 3051/2002 (ΦΕΚ
220 Α΄) και της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.ΥΠ.)
δεν θίγονται.
Επίσης, οι διατάξεις που αφορούν στον Γενικό Επιθε.
ωρητή Δημόσιας Διοίκησης δεν θίγονται.

4. Χρόνος υπηρεσίας, ο οποίος, βάσει ειδικών διατάξε.
ων που ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος,
λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας σε θέση προϊσταμέ.
νου Διεύθυνσης ή Τμήματος, λαμβάνεται υπόψη για την
εφαρμογή του παρόντος.
5. Όπου στον παρόντα Κώδικα προβλέπεται η έκδοση
κανονιστικών πράξεων, έως την έκδοση τους εξακολου.
θούν να ισχύουν οι υφιστάμενες κατά τη δημοσίευση
του για τα αντίστοιχα θέματα, κατά το μέρος που δεν
είναι αντίθετες με τις ρυθμίσεις του.
6. Όπου στις διατάξεις του παρόντος αναφέρεται ως
αρμόδιος για την έκδοση της οικείας πράξης «υπουρ.
γός», για τους υπαλλήλους των Περιφερειών την αντί.
στοιχη πράξη εκδίδει ο οικείος Γενικός Γραμματέας
Περιφέρειας.
7. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση
του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και
Αποκέντρωσης ύστερα από γνώμη της Α.Δ.Ε.Δ.Υ, μπορεί
να μεταβάλλεται ο αριθμός των μορίων των κριτηρίων
κάθε μίας από τις τρεις ομάδες (ενότητες) κριτηρίων
του άρθρου 85 του παρόντος χωρίς υπέρβαση του συ.
νολικού αριθμού μορίων κάθε ομάδας (ενότητας).
8. Σε περίπτωση που με το προεδρικό διάταγμα που
προβλέπεται στο άρθρο 81 διαφοροποιηθεί το περιε.
χόμενο των εκθέσεων αξιολόγησης, με το ίδιο προε.
δρικό διάταγμα γίνεται προσαρμογή της βαθμολογίας
του κριτηρίου της υπηρεσιακής αξιολόγησης των πα.
ραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 85 τηρουμένου του
συνολικού αριθμού των μορίων της βαθμολογίας του
κριτηρίου αυτού.
9. Οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 16 του
ν. 1586/1986 δεν θίγονται.
10. Κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με τον παρόντα
Κώδικα ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν
καταργείται.
Άρθρο 169
Μεταβατικές διατάξεις

1. Οι κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 85 του παρό.
ντος προϊστάμενοι οργανικών μονάδων, εφόσον έχουν
επιλεγεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3260/2004
(ΦΕΚ 151 Α΄), εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα
τους μέχρι τη λήξη της θητείας για την οποία έχουν
επιλεγεί.
2. Οι κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 85 του
παρόντος προϊστάμενοι οργανικών μονάδων, οι οποίοι
δεν έχουν επιλεγεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.
3260/2004, εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους
έως την τυχόν επανεπιλογή τους ή την τοποθέτηση
νέου προϊσταμένου. Εφόσον η νέα επιλογή, βάσει των
διατάξεων του ανωτέρω νόμου, δεν γίνει εντός τριών (3)
μηνών από την έναρξη ισχύος του άρθρου 85 του παρό.
ντος, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα αυτού.


3. Εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος
υποθέσεις επαναφοράς υπαλλήλων στην υπηρεσία
ύστερα από έκπτωση ολοκληρώνονται σύμφωνα με τις
διατάξεις του άρθρου 150 του παρόντος.
4. Τα μέλη των υφιστάμενων κατά την έναρξη ισχύ.
ος του παρόντος υπηρεσιακών συμβουλίων, του Ειδι.
κού Υπηρεσιακού Συμβουλίου και του Δευτεροβάθμιου
Πειθαρχικού Συμβουλίου, καθώς και των υγειονομικών
επιτροπών, εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα τους
ως τη λήξη της θητείας τους.
5. Εκκρεμείς διαδικασίες μετατάξεων ολοκληρώνονται
με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν, εφόσον μέχρι την
έναρξη ισχύος του παρόντος έχουν αποφανθεί τα οικεία
υπηρεσιακά συμβούλια.
6. Οι υπάλληλοι της κατηγορίας ΤΕ, καθώς και οι
υπάλληλοι των κατηγοριών Π Ε και ΤΕ που είναι κάτο.
χοι διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, οι
οποίοι υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του παρό.
ντος, κατατάσσονται αυτοδικαίως στους βαθμούς της
κατηγορίας τους με βάση την κλίμακα βαθμών και τον
αντίστοιχο εισαγωγικό βαθμό, όπως ορίζεται στο άρθρο
80 και το χρόνο εξέλιξης όπως ορίζεται στο άρθρο 82,
με επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 89 του πα.
ρόντος. Τυχόν πλεονάζον χρόνος λογίζεται ως χρόνος
υπηρεσίας στο βαθμό κατάταξης. Για την κατάταξη εκ.
δίδεται διαπιστωτική πράξη που δεν δημοσιεύεται στην
Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
7. Η προσαύξηση αποδοχών των υπαλλήλων στους
οποίους χορηγήθηκαν εκπαιδευτικές άδειες κατ’ εφαρ.
μογή των διατάξεων του προισχύσαντος Υπαλληλικού
Κώδικα (ν. 2683/1999) εξακολουθεί να διέπεται από τις
διατάξεις αυτού.
8. Η χρονική διάρκεια των αποσπάσεων που πραγ.
ματοποιήθηκαν κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του
άρθρου 68 του προισχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικα
(ν. 2683/1999) επιτρέπεται να παρατείνεται κατά ένα (1)
επιπλέον έτος, ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου.
9. Τα πιστοποιητικά επιμόρφωσης του Εθνικού Κέντρου
Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.) ή
άλλων σχολών επιμόρφωσης του Δημοσίου, που έχουν
αποκτηθεί έως την έναρξη ισχύος του παρόντος ή θα
αποκτηθούν έως την εφαρμογή συστήματος πιστοποι.
ημένης επιμόρφωσης, γίνονται δεκτά για την εφαρμογή
των διατάξεων του άρθρου 85.
10. Ειδικές διατάξεις που προβλέπουν μειωμένο ωρά.
ριο εργασίας για ειδικές κατηγορίες υπαλλήλων του
Δημοσίου και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου
διατηρούνται σε ισχύ.
11. Οι πίνακες προακτέων στους ενιαίους βαθμούς που
είναι σε ισχύ κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρό.
ντος δεν θίγονται.
12. Έως την έκδοση της απόφασης που προβλέπεται
στο άρθρο 56 παρ. 4, η παράταση ή χορήγηση της
προβλεπόμενης στην ίδια παράγραφο άδειας γίνεται με
ειδική αιτιολογημένη απόφαση της οικείας ειδικής υγει.
ονομικής επιτροπής του άρθρου 167 του παρόντος.
13. Έως ότου εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα που
προβλέπεται στο άρθρο 81 του παρόντος, η αξιολόγη.
ση των προϊσταμένων των Γενικών Διευθύνσεων των
δημόσιων υπηρεσιών γίνεται από τον Γενικό ή Ειδικό
Γραμματέα στον οποίο υπάγονται, των Ν.Π.Δ.Δ. από το
μονομελές όργανο διοίκησης του Ν.Π.Δ.Δ. και αν δεν
υπάρχει από τον πρόεδρο του Δ.Σ. αυτού, για τους
υπαλλήλους που υπάγονται σε αυτό και των Περιφε.
ρειών από τους Γενικούς Γραμματείς Περιφερειών για
τους υπαλλήλους που υπάγονται σε αυτούς. Κάθε αξι.
ολογητής υποχρεούται να συντάσσει εκθέσεις αξιολό.
γησης για τους προϊσταμένους Γενικής Διεύθυνσης που
άσκησαν υπ’ αυτόν καθήκοντα τουλάχιστον για τρεις (3)
μήνες στις Γενικές Διευθύνσεις που προΐσταται. Οι εκ.
θέσεις αξιολόγησης συντάσσονται επί ειδικού εντύπου
αξιολόγησης του οποίου ο τύπος και το περιεχόμενο
καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών,
Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Κατά τα λοιπά
εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις.».
Άρθρο δεύτερο

Οι διατάξεις των κεφαλαίων Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄, Ζ΄, Η΄, Θ΄ του
Μέρους Γ΄ του «Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολι.
τικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.»
εφαρμόζονται και στο μόνιμο προσωπικό των Ο.Τ.Α. α΄
βαθμού.

Άρθρο τρίτο

Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του
στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως πλην των διατάξεων
των άρθρων 84, 85 και 86, οι οποίες αρχίζουν να ισχύουν
από 1ης Ιανουαρίου 2008.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην
Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως
νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 9 Φεβρουαρίου 2007