Pages

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Κώδικας Δημοσίων Υπαλλήλων - άρθρα 106 - 135 (Ν.3528/2007)



ΜΕΡΟΣ Ε΄
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ


ΤΜΗΜΑ Α΄
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΕΣ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ


Άρθρο 106
Ορισμός πειθαρχικού παραπτώματος


1. Πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε παράβαση
υπαλληλικού καθήκοντος που συντελείται με υπαίτια
πράξη ή παράλειψη και μπορεί να καταλογισθεί στον
υπάλληλο.
2. Το υπαλληλικό καθήκον προσδιορίζεται τόσο από τις
υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες
διατάξεις, οι εντολές και οδηγίες όσο και από τη συμπε.
ριφορά που πρέπει να τηρεί ο υπάλληλος και εκτός της
υπηρεσίας ώστε να μη θίγεται το κύρος αυτής.
3. Το υπαλληλικό καθήκον, κατά την προηγούμενη
παράγραφο, σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον
υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προδή.
λως στις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων.
Άρθρο 107
Πειθαρχικά παραπτώματα


1. Πειθαρχικά παραπτώματα αποτελούν ιδίως:
α) πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση ανα.
γνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην
Πατρίδα και τη Δημοκρατία,

β) η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα
ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους,

γ) η παράβαση της αρχής της αμεροληψίας,

δ) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των κα.
θηκόντων,

ε) η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας,

στ) η αμέλεια, καθώς και η ατελής ή μη έγκαιρη εκ.
πλήρωση του καθήκοντος,

ζ) η παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, με την επι.
φύλαξη των διατάξεων του άρθρου 26 του παρόντος,

η) η άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης
αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με
σκόπιμη χρήση εν γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων
ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις,

θ) η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προ.
ηγούμενη άδεια της υπηρεσίας,

ι) η αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για ιατρική
εξέταση,

ια) η αδικαιολόγητη μη έγκαιρη σύνταξη ή η σύνταξη
μεροληπτικής έκθεσης αξιολόγησης,

ιβ) η ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους πολίτες, η
αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτησή τους και η μη έγκαιρη
διεκπεραίωση των υποθέσεών τους,

ιγ) η αδικαιολόγητη μη έγκαιρη απάντηση σε αναφο.
ρές πολιτών,

ιδ) η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων
με παραμέληση παλαιότερων,

ιε) η άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε
δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή, μέλος της
οποίας είναι ο υπάλληλος ή η αρχή στην οποία αυτός
ανήκει,

ιστ) η χρησιμοποίηση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότη.
τας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της
υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών
συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων,



ιζ) η αποδοχή οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλ.
λάγματος για το χειρισμό υπόθεσης από τον υπάλληλο
κατά την άσκηση των καθηκόντων του,

ιη) η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την από.
κτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή την πρόκληση ή ματαίωση
διαταγής της υπηρεσίας,

ιθ) η σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα
των οποίων ουσιώδη συμφέροντα εξαρτώνται από τον
τρόπο αντιμετώπισης θεμάτων της αρμοδιότητας του
υπαλλήλου,

κ) η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη
ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην
υπηρεσία,

κα) η παράλειψη δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού
παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της
παρ. 2 του άρθρου 110 του παρόντος,

κβ) η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες,

κγ) η άρνηση σύμπραξης, συνεργασίας και χορήγησης
στοιχείων ή εγγράφων κατά τη διεξαγωγή έρευνας,
επιθεώρησης ή ελέγχου από τον Γενικό Επιθεωρητή
Δημόσιας Διοίκησης και τα ιδιαίτερα Σώματα και Υπη.
ρεσίες Επιθεώρησης και Ελέγχου.

2. Διατάξεις που ορίζουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώ.
ματα διατηρούνται σε ισχύ.
Άρθρο 108
Εφαρμογή κανόνων και αρχών
του ποινικού δικαίου


1. Κανόνες και αρχές του ποινικού δικαίου και της
ποινικής δικονομίας εφαρμόζονται ανάλογα και στο πει.
θαρχικό δίκαιο, εφόσον δεν αντίκεινται στις ρυθμίσεις
του παρόντος και συνάδουν με τη φύση και το σκοπό
της πειθαρχικής διαδικασίας.
2. Εφαρμόζονται ιδίως οι κανόνες και οι αρχές που
αφορούν:
α) τους λόγους αποκλεισμού της υπαιτιότητας και της
ικανότητας προς καταλογισμό,
β) τις ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις για
την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής,

γ) την έμπρακτη μετάνοια,

δ) το δικαίωμα σιγής του πειθαρχικώς διωκομένου,

ε) την πραγματική και νομική πλάνη,

στ) το τεκμήριο της αθωότητας του πειθαρχικώς δι.
ωκομένου,

ζ) την επιείκεια υπέρ του πειθαρχικώς διωκομένου,

η) την προστασία των δικαιολογημένων συμφερόντων

ως λόγο που αίρει τον πειθαρχικό χαρακτήρα δυσμενών
κρίσεων, εκφράσεων και εκδηλώσεων, εκτός εάν συνι.
στούν το πειθαρχικό παράπτωμα της χαρακτηριστικώς
ανάρμοστης συμπεριφοράς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ

Άρθρο 109
Πειθαρχικές ποινές

1. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους
υπαλλήλους είναι:
α) η έγγραφη επίπληξη,
β) το πρόστιμο έως τις αποδοχές τριών (3) μηνών,
γ) η στέρηση του δικαιώματος για προαγωγή από ένα

(1) έως πέντε (5) έτη,
δ) ο υποβιβασμός κατά ένα βαθμό,
ε) η προσωρινή παύση από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες
με πλήρη στέρηση των αποδοχών και
στ) η οριστική παύση.

2. Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί
μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα:
α) της παράβασης του άρθρου 107 παρ.1(α) του πα.
ρόντος,
β) της παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα
ή άλλους ειδικούς νόμους,
γ) αποδοχή οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγ.
ματος για το χειρισμό υπόθεσης από υπάλληλο κατά
την άσκηση των καθηκόντων του,

δ) χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλ.
ληλο διαγωγή εντός ή εκτός υπηρεσίας,

ε) παραβίαση απορρήτων της υπηρεσίας κατά τις
κείμενες διατάξεις,

στ) αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπη.
ρεσιακών καθηκόντων πάνω από είκοσι δύο (22) εργάσι.
μες ημέρες συνεχώς ή πάνω από τριάντα (30) εργάσιμες
ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους,

ζ) εξαιρετικώς σοβαρή απείθεια,

η) άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δη.
μοπρασία την οποία διενεργεί η αρχή στην οποία αυτός
ανήκει ή επιτροπή, μέλος της οποίας είναι αυτός,

θ) εμμονή σε άρνηση προσέλευσης για εξέταση από
υγειονομική επιτροπή σύμφωνα με την παρ. 10 του άρ.
θρου 56 του παρόντος.

3. Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί
στον υπάλληλο για οποιοδήποτε παράπτωμα αν: α) κατά
την προηγούμενη της διάπραξης του διετία του είχαν
επιβληθεί τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές
ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός ή
β) κατά το προηγούμενο της διάπραξής του έτος είχε
τιμωρηθεί για το ίδιο αδίκημα με ποινή ανώτερη του
προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΔΙΩΞΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΩΝ


Άρθρο 110
Δίωξη πειθαρχικών παραπτωμάτων


1. Η δίωξη και η τιμωρία πειθαρχικών παραπτωμάτων
αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων. Η παρά.
βαση του καθήκοντος αυτού συνιστά το κατά την περ.
κα΄ της παρ.1 του άρθρου 107 του παρόντος πειθαρχικό
παράπτωμα.
2. Κατ’ εξαίρεση, για παραπτώματα που θα επέσυραν
την ποινή της έγγραφης επίπληξης, η δίωξη απόκειται
στη διακριτική εξουσία των πειθαρχικών οργάνων, τα
οποία λαμβάνουν υπόψη αφ’ ενός το συμφέρον της υπη.
ρεσίας και αφ’ ετέρου τις συνθήκες διάπραξης τους και
την υπηρεσιακή γενικώς διαγωγή του υπαλλήλου. Αν το
πειθαρχικό όργανο αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη,
υποχρεούται να ενημερώσει, με αιτιολογημένη έκθεση
του, τον αμέσως ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο.
3. Δεν επιτρέπεται δεύτερη δίωξη για το ίδιο πειθαρ.
χικό παράπτωμα.
4. Η βαθμολογική ή η μισθολογική εξέλιξη του υπαλλή.
λου δεν αίρει το πειθαρχικώς κολάσιμο παραπτώματος
που διαπράχθηκε πριν από την εξέλιξη αυτή.
5. Πράξεις που έχουν τελεστεί από υπάλληλο κατά
τη διάρκεια προγενέστερης υπηρεσίας του σε δημόσια
υπηρεσία, οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλο
νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα τιμωρούνται πει.
θαρχικά, εάν υπάγονται σε μία από τις περιπτώσεις
της παρ. 2 του άρθρου 109 του παρόντος και δεν έχει
παρέλθει ο χρόνος παραγραφής τους.


Άρθρο 111
Σχέση πειθαρχικού παραπτώματος και ποινής


1. Για κάθε πειθαρχικό παράπτωμα επιβάλλεται μία
μόνο πειθαρχική ποινή. Σε κάθε υπάλληλο με την ίδια
πειθαρχική απόφαση επιβάλλεται μία μόνο ποινή.
2. Αν το πειθαρχικό όργανο επιλαμβάνεται για περισ.
σότερα πειθαρχικά παραπτώματα, με την πειθαρχική
απόφαση επιβάλλεται μία μόνο ποινή σε κάθε υπάλ.
ληλο.
Κατά την επιμέτρηση της ποινής αυτής λαμβάνεται
υπόψη ο αριθμός και η βαρύτητα όλων των παραπτω.
μάτων.

3. Κατά την επιμέτρηση των πειθαρχικών ποινών λαμ.
βάνονται υπόψη οι κανόνες και οι αρχές των περιπτώ.
σεων β΄, γ΄, ε΄, ζ΄ και η΄ της παρ. 2 του άρθρου 108 του
παρόντος. Η υποτροπή αποτελεί ιδιαιτέρως επιβαρυντι.
κή περίπτωση για την επιμέτρηση της ποινής.
Άρθρο 112
Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων


1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά
δύο (2) έτη από την ημέρα που διαπράχθηκαν. Τα πει.
θαρχικά παραπτώματα της παρ. 2 του άρθρου 109 του
παρόντος παραγράφονται μετά πέντε (5) έτη.
2. Πειθαρχικό παράπτωμα το οποίο αποτελεί και ποι.
νικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί το
ποινικό αδίκημα. Για τα παραπτώματα αυτά οι πράξεις
της ποινικής διαδικασίας διακόπτουν την παραγραφή
του πειθαρχικού παραπτώματος.
3. Η κλήση σε απολογία ή η παραπομπή στο υπη.
ρεσιακό συμβούλιο διακόπτουν την παραγραφή. Στις
περιπτώσεις αυτές ο συνολικός χρόνος παραγραφής ως
την έκδοση της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης
δεν μπορεί να υπερβεί τα τρία (3) έτη και προκειμένου
για τα παραπτώματα της παρ. 2 του άρθρου 109 του
παρόντος, τα επτά (7) έτη.
4. Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος δια.
κόπτεται επίσης από την τέλεση νέου πειθαρχικού πα.
ραπτώματος, το οποίο αποσκοπεί στην απόκρυψη ή την
παρεμπόδιση της πειθαρχικής δίωξης του πρώτου. Στην
περίπτωση αυτή το πρώτο παράπτωμα παραγράφεται
όταν παραγραφεί το δεύτερο, εφόσον η παραγραφή
του δεύτερου συντελείται σε χρόνο μεταγενέστερο της
παραγραφής του πρώτου.
5. Δεν παραγράφεται το πειθαρχικό παράπτωμα για
το οποίο εκδόθηκε πειθαρχική απόφαση που επιβάλλει
πειθαρχική ποινή σε πρώτο βαθμό.
Άρθρο 113
Λήξη πειθαρχικής ευθύνης


Ο υπάλληλος ο οποίος απώλεσε την υπαλληλική ιδι.
ότητα με οποιονδήποτε τρόπο δεν διώκεται πειθαρχι.
κώς, η πειθαρχική όμως διαδικασία, η οποία τυχόν έχει
αρχίσει, συνεχίζεται και μετά τη λύση της υπαλληλικής
σχέσης με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου. Η
τυχόν καταδικαστική απόφαση που εκδίδεται στην πε.
ρίπτωση αυτή παραμένει ανεκτέλεστη.

Άρθρο 114
Σχέση της πειθαρχικής διαδικασίας
με την ποινική δίκη


1. Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανε.
ξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη.
2. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδι.
κασία. Το πειθαρχικό όργανο όμως μπορεί με απόφασή
του, η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να διατάξει, για
εξαιρετικούς λόγους, την αναστολή της πειθαρχικής
διαδικασίας, η οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει το ένα (1)
έτος. Αναστολή δεν επιτρέπεται σε περίπτωση που το
πειθαρχικό παράπτωμα προκάλεσε δημόσιο σκάνδαλο
ή θίγει σοβαρά το κύρος της υπηρεσίας.

3. Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση
που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δι.
καστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα,
μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματι.
κών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική
υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος.
4. Αν μετά την έκδοση πειθαρχικής απόφασης με την
οποία απαλλάσσεται ο υπάλληλος ή επιβάλλεται ποινή
κατώτερη από την οριστική παύση, εκδοθεί αμετάκλητη
καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου με την
οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συ.
νιστούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος,
το οποίο δικαιολογεί κατά το άρθρο 109 παρ. 2 την
πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, η πειθαρχι.
κή διαδικασία επαναλαμβάνεται με τη διαδικασία του
άρθρου 143 του παρόντος. Επίσης, επαναλαμβάνεται η
πειθαρχική διαδικασία, αν μετά την έκδοση καταδικα.
στικής πειθαρχικής απόφασης, με την οποία επιβάλλε.
ται οποιαδήποτε ποινή, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική
ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα
για την πράξη ή την παράλειψη, για την οποία διώχθηκε
πειθαρχικά ο υπάλληλος.
5. Η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέ.
πεται και όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική πειθαρχική
απόφαση, χωρίς να έχει ληφθεί υπόψη καταδικαστική
ποινική απόφαση που προηγήθηκε.
6. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών έχει υποχρέωση
να ανακοινώνει αμέσως στην προϊσταμένη αρχή του
υπαλλήλου και στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Δι.
οίκησης κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ’ αυτού.
Στην ίδια αρχή ανακοινώνεται επίσης από τον αρμόδιο
εισαγγελέα η απόφαση ή το βούλευμα με το οποίο
τερματίζεται η δίωξη. Σε περίπτωση εγκλεισμού σε
σωφρονιστικό κατάστημα, ο διευθυντής φυλακών γνω.
στοποιεί τούτο, χωρίς καθυστέρηση, στην προϊσταμένη
αρχή του υπαλλήλου.
Άρθρο 115
Αυτοτέλεια κολασίμου
του πειθαρχικού παραπτώματος


1. Σε περίπτωση αποκατάστασης, απονομής χάριτος ή
άρσης με οποιονδήποτε άλλον τρόπο του κολασίμου ή
μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν
αίρεται το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης.
2. Σε περίπτωση άρσης των συνεπειών της ποινικής
καταδίκης, κατά το άρθρο 47 του Συντάγματος, αίρεται
και το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Άρθρο 116
Πειθαρχικά όργανα

Πειθαρχική εξουσία στους υπαλλήλους ασκούν: α) οι
πειθαρχικώς προϊστάμενοι τους, β) το διοικητικό συμ.
βούλιο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για τους
υπαλλήλους του νομικού προσώπου, γ) το υπηρεσιακό
συμβούλιο του οικείου φορέα, δ) το υπηρεσιακό συμβού.



λιο του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης
και Αποκέντρωσης για τις περιπτώσεις της παρ. 4 του
άρθρου 117 του παρόντος, ε) το Δευτεροβάθμιο Πειθαρ.
χικό Συμβούλιο και στ) το Συμβούλιο της Επικρατείας,
το Διοικητικό Εφετείο και ο Γενικός Επιθεωρητής Δη.
μόσιας Διοίκησης.

Άρθρο 117
Πειθαρχικώς προϊστάμενοι


1. Πειθαρχικώς προϊστάμενοι των υπαλλήλων των
κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών που ανήκουν
στην αρμοδιότητα τους είναι:
α) Ο Υπουργός.
β) Ο Γενικός Γραμματέας Υπουργείου ή Γενικής Γραμ.


ματείας.
γ) Ο Γενικός Γραμματέας αυτοτελούς υπηρεσίας.
δ) Ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας.
ε) Ο Ειδικός Γραμματέας.
στ) Ο προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης.
ζ) Ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης.

2. Επίσης πειθαρχικώς προϊστάμενοι είναι:
α) Ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και οι αρχηγοί
του στρατού, του ναυτικού και της αεροπορίας, των σω.
μάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος για τους
πολιτικούς υπαλλήλους που υπάγονται σε αυτούς.

β) Οι διοικητές μονάδων και σχολών των ενόπλων
δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού
σώματος για τους πολιτικούς υπαλλήλους που υπάγο.
νται σε αυτούς.

γ) Οι διευθυντές καταστημάτων ή οι προϊστάμενοι
υπηρεσιών εφόσον είναι ανώτατοι ή ανώτεροι αξιωμα.
τικοί, για τους πολιτικούς υπαλλήλους που υπάγονται
σε αυτούς.

δ) Ο διοικητής του Αγίου Όρους για όλους τους πο.
λιτικούς υπαλλήλους που υπάγονται στην αρμοδιότητα
του.

ε) Ο πρόεδρος ή ο επικεφαλής ανεξάρτητης διοικη.
τικής αρχής για τους υπαλλήλους της.

3. Πειθαρχικώς προϊστάμενοι για τους υπαλλήλους
νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είναι:
α) Ο διοικητής ή ο πρόεδρος του συλλογικού οργά.
νου, ο οποίος ασκεί διοίκηση, ο υποδιοικητής, ο γενικός
γραμματέας ή ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας, για
όλους τους υπαλλήλους του νομικού προσώπου.

β) Ο πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών για τους υπαλ.
λήλους της.

γ) Ο πρύτανης Πανεπιστημίου για όλους τους υπαλλή.
λους αυτού, ο κοσμήτορας σχολής, ο πρόεδρος τμήμα.
τος και ο διευθυντής τομέα για τους υπαλλήλους που
υπάγονται σε αυτούς.

δ) Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος Τ.Ε.Ι., για όλους
τους υπαλλήλους του Ιδρύματος, ο διευθυντής παραρ.
τήματος Τ.Ε.Ι. για όλους τους υπαλλήλους του παραρτή.
ματος, ο διευθυντής σχολής και ο προϊστάμενος τμήμα.
τος για τους υπαλλήλους που υπάγονται σε αυτούς.

ε) Ο προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης ή ο προϊστά.
μενος διεύθυνσης για τους υπαλλήλους που υπάγονται
σε αυτούς.

4. Πειθαρχική εξουσία δύναται να ασκεί και ο Υπουρ.
γός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρω.
σης:
α) στους υπαλλήλους του Δημοσίου και των νομικών
προσώπων δημοσίου δικαίου για ανάρμοστη συμπεριφο.
ρά προς τους πολίτες, αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτηση
τους, μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεων τους,

άρνηση συνεργασίας με τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πο.
λιτών (Κ.Ε.Π.) και μη εφαρμογή των περί απλούστευσης
των διαδικασιών και καταπολέμησης της γραφειοκρα.
τίας διατάξεων.

β) στους υπαλλήλους των Κέντρων Εξυπηρέτησης Πο.
λιτών (Κ.Ε.Π.) για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα.

Άρθρο 118
Αρμοδιότητα πειθαρχικώς προϊσταμένων


1. Όλοι οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι μπορούν να επι.
βάλλουν την ποινή της έγγραφης επίπληξης. Την ποινή
του προστίμου μπορούν να επιβάλλουν οι εξής με τις
πιο κάτω διακρίσεις:
α) Ο Υπουργός έως και τις αποδοχές ενός (1) μηνός.

β) Ο Γενικός Γραμματέας Υπουργείου ή Γενικής Γραμ.
ματείας ή αυτοτελούς υπηρεσίας, ο Γενικός Γραμματέας
Περιφέρειας, ο Ειδικός Γραμματέας και ο αρχηγός των
ενόπλων δυνάμεων και οι αρχηγοί του στρατού ξηράς,
του ναυτικού και της αεροπορίας, των σωμάτων ασφα.
λείας και του λιμενικού σώματος έως και τα δύο τρίτα
των μηνιαίων αποδοχών.

γ) Οι διοικητές μονάδων και σχολών των ενόπλων δυ.
νάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώ.
ματος, οι διευθυντές καταστημάτων και οι προϊστάμενοι
στρατιωτικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών των σωμάτων
ασφαλείας ή του λιμενικού σώματος αν είναι ανώτατοι
αξιωματικοί έως το ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών και
αν είναι ανώτεροι έως και το ένα τρίτο των μηνιαίων
αποδοχών.

δ) Ο διοικητής του Αγίου Όρους, ο πρόεδρος ή ο επι.
κεφαλής ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, ο διοικητής
ή ο πρόεδρος συλλογικού οργάνου, ο οποίος ασκεί
διοίκηση, ο υποδιοικητής, ο γενικός γραμματέας ή ο
αναπληρωτής γενικός γραμματέας νομικού προσώπου
έως και το ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών.

ε) Ο πρύτανης Πανεπιστημίου και ο πρόεδρος Τ.Ε.Ι.
έως και τα δύο τρίτα των μηνιαίων αποδοχών. Ο κο.
σμήτορας σχολής, ο πρόεδρος τμήματος και ο διευ.
θυντής τομέα Πανεπιστημίου, ο αντιπρόεδρος Τ.Ε.Ι., ο
διευθυντής παραρτήματος Τ.Ε.Ι., έως και το ήμισυ των
μηνιαίων αποδοχών, ο διευθυντής σχολής Τ.Ε.Ι. και ο
προϊστάμενος τμήματος Τ.Ε.Ι. έως και το ένα τέταρτο
των μηνιαίων αποδοχών.

στ) Ο προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης έως και το
ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών.
ζ) Ο προϊστάμενος διεύθυνσης έως και το ένα έκτο
των μηνιαίων αποδοχών.

2. Η αρμοδιότητα των πειθαρχικώς προϊσταμένων είναι
αμεταβίβαστη, εκτός εάν από διάταξη νόμου προβλέ.
πεται διαφορετικά.
3. Αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος είναι εκείνος
στον οποίο υπάγεται οργανικά ο υπάλληλος κατά το
χρόνο τέλεσης του παραπτώματος, με την επιφύλαξη
των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 117.
4. Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι και το διοικητικό συμ.
βούλιο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου επιλαμβά.
νονται αυτεπαγγέλτως.
5. Αν έχουν επιληφθεί αρμοδίως περισσότεροι πειθαρ.
χικώς προϊστάμενοι, η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζε.
ται μόνο από εκείνον που κάλεσε πρώτος σε απολογία
τον υπάλληλο. Ο ανώτερος πειθαρχικώς προϊστάμενος
ή το διοικητικό συμβούλιο νομικού προσώπου έχουν,
σε κάθε περίπτωση, δικαίωμα να ζητήσουν την παρα.
πομπή σε αυτούς της πειθαρχικής υπόθεσης, εφόσον
δεν έχει εκδοθεί πειθαρχική απόφαση. Για την εφαρ.


μογή των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 117 του
παρόντος ο Υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης
και Αποκέντρωσης νοείται ως ανώτερος πειθαρχικώς
προϊστάμενος.

6. Αν ο πειθαρχικώς προϊστάμενος, ο οποίος έχει επι.
ληφθεί, κρίνει ότι το παράπτωμα επισύρει ποινή ανώτε.
ρη της αρμοδιότητάς του, παραπέμπει την υπόθεση σε
οποιονδήποτε ανώτερο αυτού πειθαρχικώς προϊστάμενο
μέχρι και τον Υπουργό ή και το διοικητικό συμβούλιο του
νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αν πρόκειται για
υπάλληλο του νομικού προσώπου. Αν και ο Υπουργός
ή το διοικητικό συμβούλιο νομικού προσώπου δημοσίου
δικαίου κρίνει ότι η προσήκουσα ποινή είναι ανώτερη
και της δικής του αρμοδιότητας, παραπέμπει το θέμα
στο υπηρεσιακό συμβούλιο. Στην περίπτωση της παρ. 4
του άρθρου 117 του παρόντος η παραπομπή γίνεται στο
υπηρεσιακό συμβούλιο του Υπουργείου Εσωτερικών,
Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
Άρθρο 119
Αρμοδιότητα διοικητικών συμβουλίων
νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου


Τα διοικητικά συμβούλια νομικών προσώπων δημοσίου
δικαίου δύνανται να επιβάλλουν τις ποινές της έγγρα.
φης επίπληξης και του προστίμου έως και τις αποδοχές
ενός (1) μηνός.

Άρθρο 120
Αρμοδιότητα υπηρεσιακών συμβουλίων


1. Τα υπηρεσιακά συμβούλια δύνανται να επιβάλλουν
οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή. Τα υπηρεσιακά συμ.
βούλια κρίνουν σε πρώτο βαθμό μετά από παραπομπή
της υπόθεσης σε αυτά και σε δεύτερο βαθμό μετά
από άσκηση ένστασης κατά αποφάσεων πειθαρχικώς
προϊσταμένων.
Το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο αποφαίνεται
σε δεύτερο βαθμό ύστερα από ένσταση κατά αποφάσε.
ων των υπηρεσιακών συμβουλίων και σε πρώτο βαθμό
για την εκδίκαση του παραπτώματος της παρ. 2 του
άρθρου 122 του παρόντος.

2. Αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο είναι το συμβούλιο
της υπηρεσίας στην οποία υπάγεται οργανικά ο υπάλ.
ληλος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος, με
την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου
117 του παρόντος. Προκειμένου για υπάλληλο ο οποίος
κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος υπηρετεί
με οποιαδήποτε υπηρεσιακή σχέση ή κατάσταση σε
άλλη υπηρεσία, αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο είναι το
συμβούλιο της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί εφόσον
το πειθαρχικό παράπτωμα σχετίζεται με την άσκηση
των καθηκόντων του στην υπηρεσία αυτή.
3. Συγκρούσεις αρμοδιότητας μεταξύ περισσότερων
υπηρεσιακών συμβουλίων για την κρίση του ίδιου πα.
ραπτώματος αίρονται από τον πρόεδρο του Νομικού
Συμβουλίου του Κράτους. Οι καταφατικές συγκρούσεις
αίρονται, εφόσον δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση
ενός τουλάχιστον από τα συμβούλια που έχουν επιλη.
φθεί. Οι αποφατικές συγκρούσεις αίρονται, εφόσον οι
αποφάσεις δύο τουλάχιστον συμβουλίων που έχουν
κηρυχθεί αναρμόδια, είναι τελεσίδικες. Για την άρση
απαιτείται αίτηση της υπηρεσίας ή του υπαλλήλου. Αν
πρόκειται για καταφατική σύγκρουση, την άρση μπορεί
να τη ζητήσει και ο πρόεδρος ενός από τα υπηρεσιακά
συμβούλια που έχουν επιληφθεί.
Άρθρο 121
Ενιαία κρίση πειθαρχικών παραπτωμάτων


1. Περισσότερα του ενός πειθαρχικά παραπτώματα
του ίδιου υπαλλήλου είναι δυνατόν, κατά την κρίση του
πειθαρχικού οργάνου, να κρίνονται ενιαίως, εφόσον σχε.
τίζονται με καθήκοντα υπηρεσιών του ίδιου υπουργείου
ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.
2. Περισσότεροι υπάλληλοι που διώκονται για το ίδιο
ή για συναφή πειθαρχικά παραπτώματα, είναι δυνατόν
να κρίνονται ενιαίως, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση
της προηγούμενης παραγράφου.
3. Αν στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 του
παρόντος άρθρου τα πειθαρχικά όργανα που είναι αρ.
μόδια να επιληφθούν είναι διαφορετικά, αρμόδιο για
την κρίση όργανο είναι:
α) μεταξύ περισσότερων πειθαρχικών προϊσταμένων
ο ιεραρχικώς ανώτερος, και σε περίπτωση προϊσταμέ.
νων του αυτού ιεραρχικού επιπέδου, εκείνος που έχει
επιληφθεί πρώτος,

β) μεταξύ περισσότερων υπηρεσιακών συμβουλίων,
εκείνο που έχει επιληφθεί πρώτο και

γ) μεταξύ πειθαρχικού προϊσταμένου, διοικητικού συμ.
βουλίου των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και
υπηρεσιακού συμβουλίου, το τελευταίο.

ΤΜΗΜΑ Β΄
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΑΣΚΗΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ


Άρθρο 122
Άσκηση πειθαρχικής δίωξης


1. Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει είτε με την κλήση του
υπαλλήλου σε απολογία από το μονομελές πειθαρχικό
όργανο είτε με την παραπομπή του στο υπηρεσιακό
συμβούλιο. Η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται
εντός τριμήνου από την κλήση σε απολογία είτε με την
έκδοση πειθαρχικής απόφασης μονομελούς οργάνου
είτε με παραπομπή ενώπιον υπηρεσιακού συμβουλίου.
Σε περίπτωση παραπομπής ενώπιον του υπηρεσιακού
συμβουλίου ολοκληρώνεται εντός εξαμήνου από την
παραπομπή.
2. Η υπαίτια παράβαση της διάταξης του τελευταί.
ου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου αποτελεί
πειθαρχικό παράπτωμα. Το παράπτωμα αυτό, για τα
μέλη του υπηρεσιακού συμβουλίου, εκδικάζεται μετά
από παραπομπή ενώπιον του δευτεροβάθμιου πειθαρ.
χικού συμβουλίου.
Άρθρο 123
Παραπομπή στο υπηρεσιακό συμβούλιο


1. Αν ο Υπουργός κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα
τιμωρείται με ποινή μεγαλύτερη της αρμοδιότητας του,
παραπέμπει την υπόθεση στο υπηρεσιακό συμβούλιο.
Για τους υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου
δικαίου η πειθαρχική υπόθεση παραπέμπεται για τον
ίδιο λόγο στο υπηρεσιακό συμβούλιο από το διοικητικό
συμβούλιο του νομικού προσώπου. Η παραπομπή είναι
υποχρεωτική όταν υπάρχει αιτιολογημένη πρόταση αρ.
μόδιας υπηρεσίας.
2. Ο Υπουργός ή ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας
όταν λάβει γνώση πειθαρχικού παραπτώματος που τε.
λέσθηκε από υπάλληλο νομικού προσώπου δημοσίου
δικαίου, το οποίο εποπτεύεται από αυτόν, παραπέμπει


την υπόθεση ενώπιον του οικείου υπηρεσιακού συμβου.
λίου για την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου.

3. Δεν επιτρέπεται παραπομπή στο υπηρεσιακό συμ.
βούλιο μετά την έκδοση οριστικής απόφασης για το ίδιο
παράπτωμα από οποιοδήποτε πειθαρχικό όργανο.
Άρθρο 124
Διαδικασία και συνέπειες παραπομπής


1. Στο έγγραφο, με το οποίο η υπόθεση παραπέμπεται
στο υπηρεσιακό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 123
του παρόντος, πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς
κατά τόπο και χρόνο τα πραγματικά περιστατικά που
συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος
υπάλληλος.
2. Το παραπεμπτήριο έγγραφο κοινοποιείται στον
διωκόμενο υπάλληλο και αποστέλλεται με το φάκελο
της υπόθεσης στο υπηρεσιακό συμβούλιο. Η παράλειψη
κοινοποίησης του παραπεμπτηρίου εγγράφου συνεπά.
γεται ακυρότητα της πειθαρχικής διαδικασίας, εκτός αν
ο διωκόμενος υπάλληλος έλαβε αποδεδειγμένως πλήρη
γνώση του με άλλο τρόπο, ή εμφανιστεί ενώπιον του
υπηρεσιακού συμβουλίου χωρίς να προβάλλει καμία
αντίρρηση ως προς τη γνώση των στοιχείων του περι.
εχομένου του παραπεμπτηρίου. Αν κατά τη διαδικασία
ανακύψουν ευθύνες και για άλλους υπαλλήλους που
δεν περιλαμβάνονται στο παραπεμπτήριο έγγραφο, το
συμβούλιο τους καλεί σε απολογία και συνεχίζει την
περαιτέρω διαδικασία χωρίς κοινοποίηση του παραπε.
μπτηρίου. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να αποφασίζει
τη συνεκδίκαση των παραπτωμάτων αυτών με τα παρα.
πτώματα των περιλαμβανομένων στο παραπεμπτήριο.
3. Η έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου καταρ.
γεί την εκκρεμή πειθαρχική διαδικασία ενώπιον άλλου
πειθαρχικού οργάνου.
4. Το παραπεμπτήριο έγγραφο δεν ανακαλείται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ. ΕΝΟΡΚΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ
ΕΞΕΤΑΣΗ . ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΑΝΑΚΡΙΣΗ


Άρθρο 125
Προκαταρκτική εξέταση


1. Προκαταρκτική εξέταση είναι η άτυπη συλλογή και
καταγραφή στοιχείων για να διαπιστωθεί η τέλεση
πειθαρχικού παραπτώματος και οι συνθήκες τέλεσής
του.
2. Προκαταρκτική εξέταση μπορεί να ενεργήσει κάθε
πειθαρχικώς προϊστάμενος του υπαλλήλου.
3. Αν αυτός που ενεργεί προκαταρκτική εξέταση κρίνει,
με βάση τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί, ότι δεν
συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης, περατώνει
την εξέταση με αιτιολογημένη έκθεση του. Στην περί.
πτωση αυτή δεν αποκλείεται η ενέργεια προκαταρκτικής
εξέτασης από ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο. Αν,
αντιθέτως, αυτός που ενεργεί προκαταρκτική εξέταση
κρίνει ότι έχει διαπραχθεί πειθαρχικό παράπτωμα, το
οποίο τιμωρείται με ποινή της αρμοδιότητας του, καλεί
τον υπάλληλο σε απολογία σύμφωνα με το άρθρο 134
του παρόντος. Αν κρίνει, είτε πριν από την κλήση του
υπαλλήλου σε απολογία είτε μετά την απολογία του,
ότι δικαιολογείται η επιβολή βαρύτερης ποινής, ενεργεί
σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 118
του παρόντος. Αν, τέλος, κρίνει ότι το πειθαρχικό παρά.
πτωμα χρειάζεται διερεύνηση, διατάσσει την ενέργεια
ένορκης διοικητικής εξέτασης.
Άρθρο 126
Ένορκη διοικητική εξέταση


1. Ένορκη διοικητική εξέταση (Ε.Δ.Ε.) ενεργείται κάθε
φορά που η υπηρεσία έχει σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς
ενδείξεις για τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος.
Η εξέταση αυτή αποσκοπεί στη συλλογή στοιχείων για
τη διαπίστωση της τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος
και τον προσδιορισμό των προσώπων που τυχόν ευθύ.
νονται, καθώς και στη διερεύνηση των συνθηκών κάτω
από τις οποίες αυτό έχει τελεστεί. Η ένορκη διοικητική
εξέταση δεν συνιστά έναρξη πειθαρχικής δίωξης.
2. Η ένορκη διοικητική εξέταση διατάσσεται από οποι.
ονδήποτε πειθαρχικώς προϊστάμενο και ενεργείται από
μόνιμο υπάλληλο με βαθμό τουλάχιστον Α΄ του ίδιου
Υπουργείου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και
σε καμία περίπτωση κατώτερου βαθμού εκείνου στον
οποίο αποδίδεται η πράξη. Κατ’ εξαίρεση η ενέργεια της
ένορκης διοικητικής εξέτασης μπορεί να ανατίθεται και
σε μόνιμο δημόσιο υπάλληλο τουλάχιστον με βαθμό Α΄
άλλου Υπουργείου ή, προκειμένου για νομικό πρόσωπο
δημοσίου δικαίου, του Υπουργείου που το εποπτεύει,
για τη διασφάλιση της αντικειμενικότητας της ένορκης
διοικητικής εξέτασης ή εφόσον συντρέχουν ειδικοί λόγοι
οι οποίοι παρατίθενται στην πράξη ανάθεσης.
3. Κατά την εξέταση του υπαλλήλου, στον οποίο απο.
δίδεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, εφαρ.
μόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 130 παρ.
3 και 132 του παρόντος.
4. Η ένορκη διοικητική εξέταση ολοκληρώνεται με την
υποβολή αιτιολογημένης έκθεσης του υπαλλήλου που
την ενεργεί. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται, με όλα τα
στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, στον πειθαρχικώς προ.
ϊστάμενο ο οποίος διέταξε τη διενέργεια της εξέτασης.
Εφόσον με την έκθεση διαπιστώνεται η διάπραξη πει.
θαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο υπάλληλο,
ο πειθαρχικώς προϊστάμενος υποχρεούται να ασκήσει
πειθαρχική δίωξη.
5. Διατάξεις που προβλέπουν τη διενέργεια ένορκων
διοικητικών εξετάσεων οποιασδήποτε μορφής από ει.
δικά όργανα δεν θίγονται.
6. Οι διατάξεις των παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου
127, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 129 και 131 του
παρόντος, εφαρμόζονται αναλόγως.
Άρθρο 127
Πειθαρχική ανάκριση

1. Πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται υποχρεωτικά κατά
τη διαδικασία ενώπιον του υπηρεσιακού συμβουλίου.
Κατ’ εξαίρεση δεν είναι υποχρεωτική η ανάκριση στις
ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν
την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώ.
ματος προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο αναμ.
φισβήτητο,

β) όταν ο υπάλληλος ομολογεί με την απολογία του
κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι διέπραξε
το πειθαρχικό παράπτωμα,

γ) όταν ο υπάλληλος συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω
κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος που αποτελεί
συγχρόνως και πειθαρχικό παράπτωμα,

δ) όταν έχει προηγηθεί ανάκριση ή προανάκριση συμ.
φώνως με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονο.
μίας για ποινικό αδίκημα που αποτελεί και πειθαρχικό
παράπτωμα,



ε) όταν έχει διενεργηθεί, πριν την έκδοση του παρα.
πεμπτηρίου εγγράφου ή της ένστασης, Ε.Δ.Ε. ή άλλη
ένορκη εξέταση κατά την οποία διαπιστώθηκε διάπραξη
πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο υπάλλη.
λο. Το ίδιο ισχύει όταν η διάπραξη πειθαρχικού παρα.
πτώματος προκύπτει από έκθεση δικαστικού οργάνου
ή άλλου ελεγκτικού οργάνου της διοίκησης.

2. Η πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται από υπάλληλο
που μπορεί να είναι και μέλος του υπηρεσιακού συμβου.
λίου τουλάχιστον ομοιόβαθμο του διωκομένου.
3. Δεν ενεργούν πειθαρχική ανάκριση: α) τα πρόσωπα
κατά των οποίων στρέφεται το πειθαρχικό παράπτωμα,
β) οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι που έχουν εκδόσει την
πειθαρχική απόφαση η οποία κρίνεται κατ’ ένσταση,
γ) τα πρόσωπα που έχουν ενεργήσει ένορκη διοικητι.
κή εξέταση και δ) τα πρόσωπα που έχουν ασκήσει την
πειθαρχική δίωξη. Ο εγκαλούμενος δικαιούται μέσα σε
τρεις (3) ημέρες από την κλήση του για εξέταση να ζη.
τήσει την εξαίρεση εκείνου που διεξάγει την ανάκριση
με έγγραφη αίτηση. Στην αίτηση πρέπει να εκτίθενται
κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο οι λόγοι της εξαί.
ρεσης και να αναφέρονται τα στοιχεία στα οποία θεμε.
λιώνονται οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί. Για την αίτηση
εξαίρεσης αποφασίζει το υπηρεσιακό συμβούλιο χωρίς
τη συμμετοχή εκείνου, του οποίου ζητείται η εξαίρεση,
που αναπληρώνεται νομίμως. Αν η αίτηση γίνει δεκτή,
οι ανακριτικές πράξεις που στο μεταξύ ενεργήθηκαν,
είναι άκυρες και επαναλαμβάνονται εξαρχής.

4. Όποιος διεξάγει ανάκριση, δικαιούται να ενεργήσει
ανακριτικές πράξεις και εκτός της έδρας του. Επίσης
δικαιούται να ζητήσει την ενέργεια ανακριτικών πρά.
ξεων και εκτός της έδρας του από οποιαδήποτε διοι.
κητική αρχή.
5. Η πειθαρχική ανάκριση είναι μυστική.
6. Η πειθαρχική ανάκριση μπορεί να επεκταθεί στην
έρευνα και άλλων παραπτωμάτων του ίδιου υπαλλήλου
εφόσον προκύπτουν επαρκή στοιχεία.
7. Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος ο οποίος
ορίζεται από τον ενεργούντα την ανάκριση.
Άρθρο 128
Ανακριτικές πράξεις

1. Ανακριτικές πράξεις είναι:
α) η αυτοψία,
β) η εξέταση μαρτύρων,
γ) η πραγματογνωμοσύνη,
δ) η εξέταση του διωκομένου.
2. Δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανακριτικής
πράξης θέμα που κατά το νόμο καλύπτεται: α) από το
απόρρητο της υπηρεσίας, εκτός αν συμφωνεί η αρμό.
δια αρχή ή β) απο το κατά νόμο επαγγελματικό ή άλλο
απόρρητο.
3. Για την ανακριτική πράξη συντάσσεται έκθεση που
υπογράφεται από όσους συνέπραξαν. Αν κάποιος από
αυτούς είναι αναλφάβητος ή αρνείται να υπογράψει ή
βρίσκεται σε φυσική αδυναμία να υπογράψει, γίνεται
σχετική μνεία στην έκθεση.
Άρθρο 129
Αυτοψία

1. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο δεύτερο
εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 127 του παρόντος, η
αυτοψία διενεργείται αυτοπροσώπως από εκείνον που
διεξάγει την πειθαρχική ανάκριση με την παρουσία
γραμματέα.
2. Η αυτοψία δημόσιων εγγράφων ή εγγράφων ιδιωτι.
κών που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή, ενεργείται
στο γραφείο όπου φυλάσσονται.
3. Έγγραφα που κατέχονται από ιδιώτη, παραδίδονται
στον ανακριτή και επιστρέφονται υποχρεωτικώς μετά
το τέλος της πειθαρχικής διαδικασίας. Ο ανακριτής,
ύστερα από αίτηση του ιδιώτη, υποχρεούται να χορηγεί
ατελώς απόδειξη παραλαβής και επίσημο αντίγραφο
των εγγράφων που παραλήφθηκαν. Κατ’ εξαίρεση η
αυτοψία ιδιωτικών εγγράφων, τα οποία είναι απολύτως
αναγκαία για τη διεκπεραίωση τρέχουσας υπόθεσης
του κατόχου τους ή άλλου προσώπου, διενεργείται από
τον ανακριτή στον τόπο όπου βρίσκονται.
Άρθρο 130

Μάρτυρες

1. Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως σύμφωνα με τις
διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
2. Η μη εμφάνιση ή η άρνηση κατάθεσης του μάρτυ.
ρα χωρίς εύλογη αιτία αποτελεί πλημμέλημα. Εύλογη
αιτία θεωρείται και η συγγένεια του διωκομένου με το
μάρτυρα σε ευθεία γραμμή ή έως και το δεύτερο βαθμό
σε πλάγια γραμμή.
3. Ο διωκόμενος δικαιούται κατά τη διάρκεια της
πειθαρχικής ανάκρισης και της ένορκης διοικητικής
εξέτασης και μέχρι το τέλος της εξέτασης του να ζη.
τήσει εγγράφως την εξέταση μαρτύρων. Ο ανακριτής
υποχρεούται να εξετάσει πέντε τουλάχιστον από τους
προτεινόμενους μάρτυρες.
Άρθρο 131
Πραγματογνώμονες

Ως πραγματογνώμονες ορίζονται δημόσιοι υπάλληλοι,
υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και
Ο.Τ.Α., καθώς και αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων,
των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος. Οι
πραγματογνώμονες, πριν από τη διενέργεια της πραγ.
ματογνωμοσύνης, ορκίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις
του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Άρθρο 132
Εξέταση διωκομένου


Κατά την πειθαρχική ανάκριση καλείται οπωσδήποτε
για εξέταση ο διωκόμενος υπάλληλος. Ο υπάλληλος
εξετάζεται ανωμοτί και μπορεί να παρίσταται μετά
δικηγόρου. Η μη προσέλευση του διωκομένου ή η άρ.
νηση του να εξετασθεί, δεν εμποδίζει την πρόοδο της
ανάκρισης.

Άρθρο 133
Ενέργειες μετά την ανάκριση


1. Ο πρόεδρος του υπηρεσιακού συμβουλίου, όταν λά.
βει το παραπεμπτήριο έγγραφο, ορίζει ως εισηγητή της
πειθαρχικής υπόθεσης ένα από τα μέλη του συμβουλίου,
στο οποίο και παραδίδεται ο φάκελος.
2. Ο πρόεδρος του υπηρεσιακού συμβουλίου, όταν
διαβιβαστεί σε αυτόν το πόρισμα της πειθαρχικής ανά.
κρισης ή, σε περίπτωση μη διενέργειας ανάκρισης κατά
το άρθρο 127 παρ. 1 του παρόντος, όταν κρίνει ότι η
υπόθεση είναι ώριμη για συζήτηση, την εισάγει στο
υπηρεσιακό συμβούλιο για να αποφασίσει την κλήση σε
απολογία του διωκόμενου υπαλλήλου ή την απαλλαγή
του χωρίς αυτή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΑΠΟΛΟΓΙΑ


Άρθρο 134
Κλήση σε απολογία


1. Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται, εάν ο υπάλληλος
δεν κληθεί προηγουμένως σε απολογία. Η εξέταση του
διωκομένου κατά το στάδιο της ένορκης διοικητικής
εξέτασης ή της πειθαρχικής ανάκρισης δεν αναπληρώ.
νει την κλήση σε απολογία.
2. Στην κλήση σε απολογία καθορίζεται σαφώς το
αποδιδόμενο πειθαρχικό παράπτωμα και τάσσεται εύ.
λογη προθεσμία για απολογία. Η προθεσμία αυτή δεν
μπορεί να είναι βραχύτερη από δύο (2) ημέρες, όταν ο
υπάλληλος καλείται σε απολογία από τον πειθαρχικώς
προϊστάμενο και από τρεις ημέρες όταν αυτός καλείται
από συμβούλιο. Η προθεσμία για απολογία μπορεί να
παραταθεί μία μόνο φορά και έως το τριπλάσιο της
αρχικής προθεσμίας μετά από αιτιολογημένη έγγραφη
αίτηση του διωκομένου. Εκπρόθεσμη απολογία λαμβά.
νεται υποχρεωτικώς υπόψη, εφόσον υποβάλλεται πριν
από την έκδοση της απόφασης.
Η παράλειψη της κλήσης σε απολογία καλύπτεται από
την υποβολή έγγραφης απολογίας.

3. Όταν μετά την κλήση του διωκομένου σε απολογία
ακολουθεί παραπομπή σύμφωνα με την παρ. 6 του άρ.
θρου 118 του παρόντος σε ανώτερο πειθαρχικώς προϊ.
στάμενο ή στο υπηρεσιακό συμβούλιο ή στα όργανα
του άρθρου 119 του παρόντος, δεν απαιτείται νέα κλήση
σε απολογία.
4. Μετά την κλήση σε απολογία η υπόθεση περατούται
με την έκδοση απόφασης.
Άρθρο 135
Απολογία

1. Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως. Ενώπιον συλλο.
γικού πειθαρχικού οργάνου επιτρέπεται στο διωκόμενο
και η προφορική συμπληρωματική απολογία.
2. Η απολογία παραδίδεται με απόδειξη στο όργα.
νο το οποίο καλεί σε απολογία. Μπορεί όμως και να
αποσταλεί ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή ή να
κατατεθεί σε δημόσια αρχή για αποστολή. Στις περι.
πτώσεις του προηγούμενου εδαφίου το εμπρόθεσμο της
υποβολής της κρίνεται από το χρόνο της ταχυδρόμησης
ή της κατάθεσης στη δημόσια αρχή.
3. Πριν από την απολογία ο διωκόμενος έχει δικαίωμα
να λάβει γνώση του φακέλου της πειθαρχικής υπόθεσης.
Το γεγονός ότι έλαβε γνώση αποδεικνύεται με πράξη η
οποία υπογράφεται από τον υπάλληλο, ο οποίος τηρεί
το φάκελο και τον διωκόμενο ή μόνο από τον πρώτο,
αν ο δεύτερος αρνηθεί να υπογράψει. Αν ο διωκόμενος
υπάλληλος δεν υπηρετεί στην έδρα του οργάνου που
τον καλεί σε απολογία, του χορηγείται σχετική άδεια.
4. Με την απολογία του ο υπάλληλος έχει δικαίωμα
να ζητήσει εύλογη προθεσμία για να υποβάλει έγγρα.
φα στοιχεία. Η παροχή της προθεσμίας και η διάρκεια
της εναπόκειται στην κρίση του οργάνου το οποίο τον
καλεί σε απολογία.